Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Τρίτη 8 Απριλίου 2008
Σελίδα 16
2
Στο Γυμνάσιο γνώρισα κι έκανα κι άλλους φίλους: τα μικρά ποδήλατα
που ‘νοικιάζαμε τις Κυριακές, άλλαξαν κι έγιναν μηχανάκια, βέσπες και κόκκινες Φλορέττες με τρεις ταχύτητες στο χέρι και νικελένια Ζούνταπ, που όμως μας ‘νοίκιαζαν παράνομα, αφού δεν είχαμε Δίπλωμα. Τα ‘νοικιάζαμε με 2,50 Δρχ. την
ώρα δυό – δυό, δίνοντας από 5 δραχμές ο καθένας, να κάνουμε τη “φιγούρα” μας
στα κορίτσια κι “αλωνίζαμε” όλο το νησί…Όλοι σχεδόν στην παρέα αρχίσαμε να καπνίζουμε: τα παντελόνια μου “μάκρυναν”: το διάφανο χνούδι στο πρόσωπο μου, άρχισε να γίνεται μαύρες τρίχες και το χέρι μου έτρεμε τον πρώτο καιρό, όταν προσπαθούσα να τις κόψω με το ξυράφι....
Αρχίσαμε δειλά-δειλά, να πηγαίνουμε και στα στενά του Αη -Φανούρη στα σπίτια με τα “κόκκινα φωτά!”… Μετά, στου Αλή για σουβλάκια και σουτζουκάκια,
ή σε κανένα φτηνό εστιατόριο της Παλιάς Πόλης. Κι ύστερα για γλυκό, ή λουκουμάδες στου Βάλλα: αν μας περίσσευαν μερικά ψιλά, συμπλήρωνε ο ένας το χαρτζιλίκι του άλλου και πηγαίναμε σε κανένα σινεμά.
Τα Μίκυ Μάους κι οι ταινίες όπως Χοντρός-Λιγνός, Σαρλώ, Ταρζάν και τα “Επίκαιρα” που βλέπαμε στο Σινεάκ, έδωσαν τη θέση τους σε “Ακατάλληλες” αστυνομικές καουμπόικες και πολεμικές ταινίες: κι όταν πηγαίναμε στο Εθνικό κι ανεβαίναμε στον εξώστη να μπορούμε να καπνίζουμε στα σκοτεινά, μας κυνηγούσε ο Πανορμίτης με το κομμένο χέρι.
“Τα ‘φτιαξα” με τη Γεωργία: μια καστανόξανθη λεπτoκαμωμένη γλυκιά κοπελίτσα, που είχ’ ένα μικρό κόκκινο σημαδάκι στη μύτη κι έμενε κοντά στον “Κάμπο”. Συνήθως την περίμενα στα σκοτεινά μέσα σε κάτι χαλάσματα κοντά στο σπίτι της να γυρίσει απ’ τα ψώνια, ή απ’ το φούρνο που την έστελνε η μητέρα της: φιλιόμασταν, λέγαμε για λίγο τα δικά μας και μετά έτρεχε στο σπίτι. Τα “χαλάσαμε” χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο: ήμουνα η πρώτη της αγάπη!
Σήμερα, η Γεωργία είναι συνταξιούχος του ΟΤΕ: κι όταν τη βλέπω που και που τυχαία στο δρόμο, χαιρετιόμαστε καλόκαρδα.
Μια Κυριακή, τέσσερις από την παρέα, ‘νοικιάσαμε δυο Βεσπάκια απ’ του Ζαχάρη και πήγαμε στη Φιλέρημο για κόντρες: καθόμασταν δυό-δυό: o Γιάννης η “Κότα” με τον Γιάννη τον Μπότσα στο ένα κι εγώ με τον Στέλιο τη “Μαούνα” στο άλλο: οδηγούσα εγώ όταν ανεβαίναμε: όταν κατεβαίναμε, καθόμουνα πίσω απ’ τον Στέλιο κι ήμασταν πίσω απ’ τους άλλους, όταν ο Στέλιος άνοιξε ταχύτητα να τους προσπεράσει, αλλά σε μια κλειστή στροφή όταν είδε ξαφνικά ν’ ανεβαίνει ένα Πούλμαν με τουρίστες, “τα ’χασε”!…Δεν τρακάραμε μετωπικά: το τιμόνι όμως της Βέσπας βρήκε στο αριστερό μέρος του Πούλμαν, του έξυσε σχεδόν όλη την αριστερή πλευρά, ο Στέλιος έχασε την ισορροπία και το Βεσπάκι πέφτοντας στ’ αριστερά μας πλάκωσε τα πόδια και κυλιόμασταν στην άσφαλτο για περίπου 10-
το φανάρι και το Βεσπάκι είχε “τσαλακωθεί” σ’ όλη την αριστερή του πλευρά!
Προσπαθώντας να ισιώσουμε το τιμόνι, κατεβήκαμε σιγά-σιγά στα Τριάντα και καθίσαμε σ’ ένα καφενείο όπου μας έφεραν οινόπνευμα κι ιώδιο και μ’ έναν επίδεσμο τύλιξα το πόδι μου: υπέφερ’ απ’ τον πόνο! Πηγαίνοντας να δώσουμε το Βεσπάκι, η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ την αγωνία! Ο Ζαχάρης, όταν είδε σε τι χάλια ήταν το μπλε μηχανάκι, βάζοντας τις φωνές, το κοιτούσε γύρω-γύρω τραβώντας τα μαλλιά του απελπισμένος και τελικά μας είπε πως έπρεπε να πληρώσουμε 3.000 Δρχ. για τις ζημιές! Που θα βρίσκαμε εμείς τόσα χρήματα! Συμφωνήσαμε να του δίνουμε κάθε βδομάδα, 10-20 δρχ.(!) απ’ το χαρτζιλίκι μας μέχρι να τον ξεχρεώσουμε! Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο, ή να υποσχεθούμε κάτι παραπάνω!
Πήγα σπίτι, άλλαξα ρούχα κρυφά κι έβαλα καινούργιες κάλτσες να σκεπάσω το τραύμα μου: δεν είπα τίποτα στους γονείς μου και το πόδι μου με πονούσε ακόμα… Δυο-τρεις μέρες αργότερα, η μητέρα μου που πρόσεξε πως ανέβαινα τα σκαλιά του
σπιτιού μας αργά με δυσκολία, κουτσαίνοντας κι ακουμπώντας στον τοίχο, με ρώτησε
τι είχα πάθει και της είπα ότ’ είχα χτυπήσει παίζοντας μπάλα. Δεν με πίστεψε όμως και το μεσημέρι που έβγαλα τα ρούχα μου κι έπεσα να κοιμηθώ, ήρθε κοντά στο κρεβάτι μου και σηκώνοντας απότομα το σεντόνι που με σκέπαζε, είδε τον ματωμένο ακόμα επίδεσμο που μου τύλιγε το πόδι. Δεν μπορούσα να της κρύψω άλλο την αλήθεια και της είπα τι είχε συμβεί την Κυριακή στην Φιλέρημο. Ξετύλιξε προσεχτικά τον επίδεσμο και μόλις είδε το τραύμα μου, βάζοντας τις φωνές με σήκωσε άρον-άρον και πήγαμε στο Νοσοκομείο να μου το περιποιηθούν καλύτερα.
Το βράδυ το είπε στον πατέρα μου, που έγινε έξαλλος και μου έριξ’ ένα χέρι ξύλο και την επόμενη μέρα, ήρθε στο Γυμνάσιο μ’ ένα σουγιά κι έψαχνε να βρει τον Στέλιο να τον… σκοτώσει!… Μετά πήγε στον Ζαχάρη και του είπε να σταματήσει να μας ζητά τα χρήματα για τις ζημιές, γιατί θα πήγαινε στην Αστυνομία να πει πως, μας ‘νοίκιασε τα μηχανάκια χωρίς να ‘χουμε δίπλωμα και θα ‘βρισκε τον μπελά του που λίγο έλειψε να σκοτωθούμε.
Στενοχωρήθηκα πολύ εκείνη τη μέρα, όχι τόσο για τον Ζαχάρη και τα χρήματα που τελικά δεν θα έπαιρνε, αλλά για τον Στέλιο που τον κυνηγούσε ο πατέρας μου και γίναμε ρεζίλη στο Γυμνάσιο και θα έκανε αρκετές μέρες να μου μιλήσει. Συγχρόνως όμως, είχε φύγει ένα βάρος από πάνω μου!
Το τραύμα μου άρχισε σιγά-σιγά να περνά, αλλά το σημάδι στο πόδι μου
απ’ το τρακάρισμα εκείνο, υπάρχει ακόμα…
Στο Γυμνάσιο μ’ άρεσε ο στίβος κι έτρεχα 60 και 100 μέτρα: ήμουν’ αρκετά καλός και γράφτηκα στον “Κολοσσό”. Πήγαινα ταχτικά για προπόνηση στο Στάδιο κι έτρεχα στις ημερίδες και στους αγώνες που γινόντουσαν. Θυμάμαι μια φορά που πήγε η μητέρα μου στην Αθήνα, της ζήτησα να μου φέρει “καρφιά” και μου έφερε ένα ζευγάρι μπλε με άσπρο. Το ρεκόρ μου στα
Έτσι, σιγά-σιγά, περνούσε ο καιρός: μεγάλωνα κι άλλαζαν οι Κυριακές, οι συνήθειες μου κι ο χαραχτήρας μου.
Έπαιρνα το κυριακάτικο χαρτζιλίκι απ’ τον πατέρα μου που ήταν 30 Δρχ.- ένα ασημένιο εικοσάρικο κι ένα δεκάρικο-, που έβαζα πάντα μέσα σ’ ένα μικρό μπλε πλαστικό πορτοφόλι και το απόγεμα μετά το λίγο διάβασμα, συναντιόμουνα με τους άλλους της παρέας για να πάμε στο γήπεδο αν είχε παιχνίδι, ή να ‘νοικιάσουμε μηχανάκια.
Μέχρι την Τρίτη Γυμνάσιου καλά τα πήγαινα: δεν ήμουν’ άριστος μαθητής, αλλά, αν και δεν διάβαζα πολύ, “περνούσα” τις τάξεις. Στην Τετάρτη όμως, άρχισα να κρύβομαι πίσω απ’ την πλάτη του μπροστινού μου στην τάξη, για ν’ αποφεύγω τα μάτια των καθηγητών και να μην με βγάζουν στο μάθημα, αφού δεν διάβαζα σχεδόν καθόλου και προτιμούσα να κάνω “κοπάνες”, για να πηγαίνω στο κοτέτσι που είχαν
καθαρίσει σ’ ένα χτήμα του Αντώνη Αντώνωφ στον Αη- Γιάννη οι “Beavers”, που ήσαν
ένα απ’ τα πρώτα ερασιτεχνικά συγκροτήματα που έγιναν στη Ρόδο κι έκαναν πρόβες
εκεί.
Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Σελίδα 15
πάνω μέρος των χειλιών της, δεν θα την ξεχάσω…! )
Λίγο αργότερα και χωρίς να καταλάβω πως, άρχισε να γίνεται το ίδιο κι ακόμα περισσότερο και με τη Χριστίνα την αδερφή της και δεν ξέρω αν έλεγε κάτι η μιά στην άλλη: εγώ πάντως δεν τολμούσα να πω τίποτα σε κανέναν... Ποιος θα με πίστευε άλλωστε;!...Ήταν ένα μυστικό που κράτησα μόνο για τον εαυτό μου!
Με τη Χριστίνα “δεθήκαμε” περισσότερο: πηγαίναμε συχνά οι δυό μας σινεμά και σ’ όλη την διάρκεια του έργου της κρατούσα σφιχτά το χέρι κάτω απ’ τη μπλούζα
που άφηνε στα γόνατα της κι έβλεπα στην οθόνη χωρίς πολλές φορές να προσέχω το
έργο, που περίμενα πως και πως να τελειώσει, για να πάμε σπίτι και ν’ αρχίσουμε ξανά τα φιλιά….
Ένα βράδυ, με πήρε μαζί της σ’ ένα αποκριάτικο πάρτυ: ήταν το πρώτο πάρτυ που θα πήγαινα κι είχα μεγάλη αγωνία να δω τι γίνετ’ εκεί. Kι αφού δεν ήξερα ούτε καν να χορεύω, καθόμουν’ αμίλητος σε μια καρέκλα αποφεύγοντας να κοιτώ όταν κάποιος την έπαιρνε απ’ το χέρι να χορέψουν αγκαλιά στο μισοσκόταδο ανάμεσα στ’ άλλα ζευγάρια και παρακαλούσα να συμβεί “κάτι”, για να σταματήσουν όλα εκεί! Το πάρτυ όμως δεν έλεγε να σταματήσει! Αντίθετα το κέφι “άναβε” κι εγώ δεν μπορούσα να πω ή να κάνω κάτι, ώσπου δεν άντεξ’ άλλο και κάποια στιγμή σηκώθηκα, βγήκα έξω και κάθισα μόνος στο πεζοδρόμιο. Μάλλον απ’ την έκφραση του προσώπου μου, θα πρέπει κατάλαβε πως ζήλευα, γιατί μετ’ από λίγο ήρθε και κάθισε δίπλα μου και με ρώτησε με χαμόγελο χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά τι είχε συμβεί. Της είπ’ απλά πως, βγήκα να πάρω λίγο αέρα κι ότι μπορούσε να μείνει στο πάρτυ αν ήθελε κι εγώ θα ‘φευγα μόνος, αφού το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά. Κατάλαβε όμως ότι, δεν εννοούσα αυτά που έλεγα και χαμογελώντας με φίλησε στο μάγουλο: αφήνοντάς με για λίγο μόνο, γύρισε με την τσάντα της και με πήρε απ’ το χέρι να φύγουμε. Με πήγε σπίτι της και στο ντιβάνι που
υπήρχε στην κουζίνα, άρχισε να με φιλά ασταμάτητα κι εγώ ντρεπόμουνα να της πω κάτι, αφού δεν ήξερα πως να της εξηγήσω “αυτό” που ένοιωθα μέσα μου όλο εκείνο
τον καιρό κι η ζήλεια μου το είχε κάνει να φουντώσει περισσότερο εκείνο το βράδυ!
Φοβόμουνα ότι θα με κορόιδευε, αν της έλεγα πως την αγαπούσα! Φορούσα ακόμα κοντά παντελόνια!…Έπρεπε όμως να το ‘ξερε χωρίς να της το πω!…..
Πέρασε έτσι ένας χρόνος περίπου και στενοχωρήθηκα πολύ όταν μου είπε πως θα γυρνούσε στην Κρήτη, όταν πήρε μετάθεση ο άνδρας της Μάρως και θα πήγαινε μαζί τους να τελειώσει εκεί το Γυμνάσιο και βούρκωσα όταν μου έδωσε μια φωτογραφία της να τη θυμάμαι και με φίλησε για τελευταία φορά……
Κρατούσα τη φωτογραφία της μαζί μου για πολύ καιρό και την κοιτούσα συχνά με νοσταλγία....αλλά όλα είχαν τελειώσει πια!...Έφυγε και δεν την είδα ξανά
από τότε !
Η φωτογραφία μπορεί να χάθηκε ανάμεσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου μου, τη Χριστίνα όμως, δεν την ξέχασα….