Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

YouTube - Ghost - Unchained melody

YouTube - Ghost - Unchained melody

Σελίδα 8

Ένα - δυο καλοκαίρια, ο πατέρας μου μας έστειλε για διακοπές στον Πανορμίτη: ξυπόλητος όλη μέρα, έκανα μπάνιο και ψάρευα. Πολλές φορές έτρεχα

ν’ ανέβω στο ψηλό καμπαναριό του μοναστηριού, γιατί μ’ άρεσε να χτυπώ τις καμπάνες όταν έμπαινε κάποιο καράβι ή καΐκι στο λιμάνι, γιατί συνηθιζόταν σαν καλωσόρισμα. Ήσαν τρεις οι καμπάνες με διαφορετικό ήχο η καθεμιά, που έπρεπε να χτυπήσω με κάποιο ρυθμό: έπιανα τα σχοινιά για τις δυο καμπάνες με τα χέρια: την τρίτη που ήταν κι η μεγαλύτερη, έπρεπε να την χτυπήσω τελευταία, πατώντας δυνατά ένα μικρό σανίδι που ήταν δεμένο μ’ ένα σχοινί, που μέσω μιας τροχαλίας κατέληγε

σ’ ένα μηχανισμό που χτυπούσε την καμπάνα. Χτυπούσα δυο φορές τη δεξιά, μια την αριστερή και μια τη μεγάλη με το πόδι: και μετά… μια τη δεξιά, μια την αριστερή και μια τη μεγάλη με το πόδι! Μια αργά, μια γρήγορα… και πάλι ξανά και ξανά: δυό-τρεις… τέσσερις …και πέντε φορές….μέχρι που “κουδούνιζαν” τ’ αυτιά μου…..

Ξυπνούσα νωρίς το πρωί να βάλω τον κύρτο μου μεσ’ τα φύκια και μέχρι το μεσημέρι που τον σήκωνα, ήταν σχεδόν πάντα γεμάτος “γερμανούς”. Έπιανα μετά πεντ’ έξι μεγάλους φελλούς της θάλασσας, τους τρυπούσα στη μέση και περνώντας ένα

μικρό κομμάτι μισίνα μ’ εν’ αγκίστρι, έβαζα για δόλωμα τα έντερα των “γερμανών”.

Έμπαινα σε μια βάρκα με κουπιά ν’ αφήσω τους φελλούς στο λιμάνι και τους

παρακολουθούσα απ’ τη βάρκα: κι όταν άρχιζαν να κυλάνε αργά–αργά πάνω στο κύμα,

καταλάβαινα πως είχε “τσιμπήσει” κάποιο κεφαλόπουλο, ή κάποια ζαργάνα. Έχοντας

“κόντρα” τον φελλό τα ψάρια, δεν μπορούσαν να πάνε μακριά κι έτσι πήγαινα και

τα μάζευα. Αφού τα καθάριζα, τα έβαζα σ’ ένα μεγάλο κουτί κονσέρβας το ένα δίπλα και πάνω στο άλλο με πολύ αλάτι και τ’ άφηνα μερικές μέρες στον ήλιο να γίνουν «αλμυρό». Έτσι μου είχαν μάθει οι μεγαλύτεροι να ψαρεύω και μ’ αυτό τον τρόπο να φτιάχνω “τ’ αλμυρό”… Ήταν πολύ όμορφα στον Πανορμίτη!

Ένα καλοκαίρι, πήγαμε και στην Κάλυμνο που ζούσε η αδερφή της γιαγιάς μου η Βακίνα με την κόρη της τη Σεβαστή και τον γιο της τον Αντώνη, πριν πάνε στην Αμερική.

Στο μικρό σπίτι τους στην εξοχή, που ήταν μέσα σ’ ένα μεγάλο χωράφι, είχαν αρκετά ζώα κι ήταν γεμάτο διάφορα δένδρα. Έκοβα τ’ αμύγδαλα και τα φρέσκα καρύδια που έκαναν τα χέρια μου πράσινα όταν τα καθάριζα. Σπάζοντας τ’ αμύγδαλα, τα χτυπούσα μέσα στο γουδί ανακατεμένα με ζάχαρη και τα έκανα “μαντζούνι”. Ανέβαινα στις συκιές με την αδερφή μου και τη Σεβαστή και κόβαμε κάτι

τεράστια σύκα…«Μπι! ένας σύκαλλος…!» θυμάμαι τη Σεβαστή να φωνάζει με τη βαριά Καλύμνικη προφορά της!

Αρκετά χρόνι’ αργότερα, παντρεύτηκε τον Ανδρέα στα Λέυκαρα της Κύπρου.

Ο πατέρας μου είχε έναν καλό φίλο τον Τζειχούν, που δούλευε σ’ ένα καθαριστήριο ρούχων: ο πεθερός του ο Χασάν, έμενε στο Αρχαίο Στάδιο με την οικογένεια του, σ’ ένα παλιό όμορφο σπίτι και πηγαίναμε ταχτικά τις Κυριακές από νωρίς το πρωί να τους δούμε.

Εκτός απ’ τα διάφορα οπωροκηπευτικά που είχαν φυτεμένα στο χωράφι τους, είχαν και καλαμπόκια, όπου μέσ’ τη ψηλή πρασινάδα τους, τρέχαμε χέρι-χέρι με την Αισέ, -τη μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τζειχούν που είχε περίπου την ίδια ηλικία με μένα,- μια όμορφη καστανόξανθη μακρυμάλλα Τουρκίτσα-, να κρυφτούμε για να φιληθούμε κι όταν μας φώναζαν για να φύγουμε, κάναμε πως κόβαμε καλαμπόκια και τα τρώγαμε ωμά..

Είχαν κι ένα κάρο με άλογο, που ανεβαίναμε οι μικροί με τα πράγματα κι οι άλλοι αργά-αργά με τα πόδια, πηγαίναμε από νωρίς για μπάνιο στην Καλλιθέα, που ο δρόμος της τότε τέλειωνε στο μικρό δασάκι με τ’ αμέτρητα πεύκα κι ήταν πολύ στενός με πολλές στροφές και με τα πεύκα που υπήρχαν δεξιά κι αριστερά του δρόμου κι ενωνόντουσαν ψηλά, νόμιζες πως περνούσες μέσα από μια μεγάλη δροσερή στοά, αφού δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου τον ήλιο, παρά μόνο τις αχτίνες του, που περνούσαν

YouTube - Mark Knopfler " are we in trouble now " live

YouTube - Mark Knopfler " are we in trouble now " live
Συνέχεια απ' το βιβλίο μου
"ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΑΒΛΙ"
(σε ασπρόμαυρο φόντο)

Σελίδα 7

τον Γκρέγκορυ Πεκ και τους άλλους ηθοποιούς που βλέπαμε στο σινεμά και

“μ’ έτρωγε η περιέργεια” να δω πως γυρίζουν τις ταινίες.

Οι γονείς μου, έψαχναν παντού όλη μέρα να με βρουν κι “έφαγα” αρκετό ξύλο που τους έκανα ν’ ανησυχήσουν.

Την περίοδο των Χριστουγέννων στολίζαμε με τη μητέρα μου και την αδερφή μου το δένδρο στο παγωμένο απ’ το κρύο και την υγρασία σαλόνι: έβγαινα κι εγώ με το τριγωνάκι μου να πω τα κάλαντα στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά και με τα χρήματα που μαζεύαμε, παίρναμε διάφορα παιχνίδια. Θυμάμαι πως, μιά χρονιά είχ’ αγοράσει έναν μεγάλο μαύρο φακό που άλλαζε χρώματα και καθόμουνα τις νύχτες κάτω απ’ τη κουβέρτα μου, τον άναβα κι άλλαζα συνέχεια τα χρώματά του, γιατί μ’ άρεσε να βλέπω το σκοτεινό δωμάτιο να γίνεται μια κόκκινο και μια πράσινο, μέχρι που βαριόμουνα και

μ’ έπαιρνε ο ύπνος με αναμμένο τον φακό και μέχρι το πρωί άδειαζαν οι μπαταρίες… Με τις “τρύπιες” πεντάρες, δεκάρες κι εικοσάρες που μας περίσσευαν, παίζαμε με το σβουράκι “Πάρτα Όλα”.

Τις Αποκριές ντυνόμασταν “καμουζέλες” με χάρτινες “μουτσούνες” και μάσκες και τα βράδια γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, να πάρουμε κανένα γλυκό ή μερικά ψιλά: έτσι ντύθηκα πολλές φορές Κάου-μπου και Τσολιάς. Την Καθαρή Δευτέρα, πηγαίναμε συνήθως στο Ροδίνι που μαζευόταν όλος ο κόσμος, να πετάξουμε τους χαρταετούς μας, που φτιάχναμε οι ίδιοι με καλάμια κι ήσαν συνήθως σε μπλε

και άσπρο χρώμα, γιατί τους φτιάχναμε με τα φτηνά μεγάλα μπακαλόχαρτα που κολλούσαμε με αλευρόκολλα.

Την περίοδο του Πάσχα τότε, οι περισσότεροι γονείς, αγόραζαν ζωντανά τα πρόβατα κι όλα τα παιδιά της γειτονιάς τα βοσκούσαμε μέχρι το Μεγάλο Σάββατο που τα έσφαζαν: οι γονείς μου -δεν ξέρω πως- κάθε Πάσχα έφερναν εν’ αρνί απ’ τη Χίο.

Εκείνες τις μέρες, το σπίτι μας γινόταν σαν Εκκλησία! Δεκάδες ανοιχτά Βυζαντινά μουσικά βιβλία υπήρχαν’ ανοιχτά παντού: κορίτσια κι αγόρια απ’ την Αμαράντειο Σχολή και την γειτονιά, μαζευόντουσαν στο σαλόνι του σπιτιού μας κι ο πατέρας μου τους μάθαινε να ψάλλουν τα Εγκώμια για την Μεγάλη Παρασκευή, ενώ για τον εαυτό του διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια, -διαφορετικά κάθε χρόνο- και γράφοντας και δική του μουσική, έκανε πρόβες να τα ψάλλει τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Οι λαμαρίνες, γεμάτες με διάφορα πασχαλινά κουλούρια κι αυγούλες και τις πεντανόστιμες τυρόπιτες με τη Συμιακή συνταγή της γιαγιάς μου, που ζύμωνε κι έφτιαχνε η μητέρα μου με τις γειτόνισσες, πηγαινοερχόντουσαν ασταμάτητα απ’ τον φούρνο του Πολυχρόνη. Περίσσευαν αρκετές ακόμα και μετά τις γιορτές και “βούταγα” κάθε φορά δυο-τρεις απ’ το καλάθι κι ένα-δυο κόκκιν’ αυγά, όταν έτρεχα να ψαρέψω στο μουράγιο με το καλαμίδι μου.

Τη Μεγάλη Πέμπτη, έτρωγα τα “ψεύτικα” ντολμαδάκια που έφτιαχνε η μητέρα μου κaι το βράδυ μετά την λειτουργία, γυρνούσα με τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας μου μέχρι αργά, σ’ όλες τις Εκκλησίες στα μαράσια. Φλερτάραμε και πειράζαμε τα κορίτσια στις άλλες γειτονιές, κλέβαμε μούσμουλα και μισοάγουρα ‘μύγδαλα από τους ξένους κήπους που μύριζαν άνοιξη και κόβαμε άσπρους κρίνους κι άλλα λουλούδια να στολίσουμε τον δικό μας Επιτάφιο, που περίφεραν μ’ ευλάβεια οι μεγάλοι στα στενά του Νιοχωριού την Μεγάλη Παρασκευή. Εμείς ακολουθούσαμε κρατώντας μικρά φαναράκια.

Το βράδυ της Ανάστασης, μετά το “Χριστός Ανέστη” και το τσούγκρισμα των αυγών, όταν πεινασμένος απ’ τη νηστεία της Μεγαλοβδομάδας έτρεχα σπίτι να φάω καυτή τη μαγειρίτσα, που η μυρωδιά της δεν μπορούσε μόνη της να με χορτάσει, ο πατέρας μου έμενε στην Εκκλησία κι έψαλλε μέχρι το πρωί!... Θα μπορούσα να πω, ότι ζούσε για τις μέρες εκείνες!…

Μέχρι σήμερα, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, όπου κι αν βρίσκομαι, μου ‘ρχεται στη σκέψη, πάρα πολύ έντονα.

Κάπως έτσι περνούσαν τότε οι μέρες του Πάσχα και περιμέναμε ανυπόμονα

“ν’ ανοίξουν” οι μέρες και να ‘ρθει “της Αναλήψεως” ν’ αρχίσουμε τα μπάνια! …..