Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008
Σελίδα 6
ξύλινη βέργα που είχε πάντα πάνω στην έδρα: δεν θυμάμαι όμως, να τον είδα ποτέ χαμογελαστό. Το επίσης σοβαρό ύφος του ασπρομάλλη κυρίου Νίκου Παλιούρη με τα χοντρά γυαλιά, που ήταν ο Διευθυντής του σχολείου και μας έκανε μάθημα στην Έκτη, το θυμάμαι αρκετά καλά: και δεν μπορώ να ξεχάσω, πόσες πολλές σελίδες αντιγραφής μας ζητούσε να γράφουμε καθημερινά σε όρθια γραφή, με πέννα και μελάνι. “Χτύπα τον κώδωνα!”... έλεγε με τη βαριά του φωνή σε κάποιον από μας κοιτώντας το ρολόι του, όταν ‘ρχόταν η ώρα για διάλειμμα: το ίδιο έλεγε και μετά όταν τέλειωνε, αφού πρώτα πατούσε τη γόπα του τσιγάρου χωρίς φίλτρο, που είχε καπνίσει στην ανάπαυλα. Όποιος από μας κρατούσε το κουδούνι, έπρεπε να βρίσκεται κάπου κοντά του την ώρα του διαλείμματος, όταν έκανε βόλτα στην αυλή, προσέχοντας τα παιδιά για πιθανές αταξίες, περιμένοντας ξανά τη “διαταγή” με τον συνηθισμένο ψυχρό και τυπικό του τόνο!...“Χτύπα τον κώδωνα!”...Κι αυτές οι λέξεις, μαζί μ’ εκείνο το αργό, -αλλά δυνατό- χτύπημα του κουδουνιού, που μας γέμιζε χαρά και ανακούφιση όταν το ακούγαμε για το διάλειμμα και μας πλημμύριζε δυσαρέσκεια κι απελπισία όταν έπρεπε να μπούμε ξανά στην Τάξη,...σαν να είναι ακόμα στ’ αυτιά μου...
Με τα πόδια πήγαινα και με τα πόδια γυρνούσα απ’ το σχολείο: στον δρόμο για το σπίτι, αγόραζα απ’ τα μικρά καροτσάκια του Μπάρμπα-Γιώργη και του Έλληνα, -που κι οι δυό φορούσαν άσπρες μπλούζες κι άσπρα καπέλα- κάτι χρωματιστά ζαχαρωτά στραγάλια και σοκολάτες. Στις μεγαλύτερες τάξεις όμως, “άλλαξα δρομολόγιο” και μαζί με άλλους συμμαθητές, περνούσαμε απ’ την ιστορική Λέσχη
του Α.Ο.Ν (Αθλητικός Όμιλος Νεοχωρίου) να παίξουμε ποδοσφαιράκια… Σ’ εκείνη
τη Λέσχη έμαθα αργότερα να παίζω τάβλι και μπιλιάρδο.
Η κυρ-Αγγέλα, που ήταν υπεύθυνη της Λέσχης και συνήθως καθόταν πίσω από τον πάγκο της πλέκοντας ασταμάτητα, μας κοιτούσε πάντα καχύποπτα πάνω
απ’ τα χοντρά γυαλιά της.
Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε σχολείο ακόμα και το Σάββατο: κι ενώ τ’ άλλα παιδιά μπορούσαν να κοιμηθούν λίγο παραπάνω τις Κυριακές, εγώ, είτε με κρύο είτε
με βροχή, έπρεπε να ξυπνήσω νωρίτερα να πάω στην Εκκλησία με τον πατέρα μου.
Με ξυπνούσε και μ’ έπαιρνε μαζί του βάζοντάς με κάτω απ’ το παλτό του να μην
κρυώνω κι είχε πάντα μαζί του μια μεγάλη μαύρη τσάντα γεμάτη μουσικά βιβλία.
Ντυνόμουνα “παπαδάκι” κι άναβα το θυμιατό του Παπα-Κυριάκου και του Παπα-Ηλία, έκοβα τ’ αντίδωρα στο Ιερό και κρατούσα τη λαμπάδα δίπλα τους, όταν έλεγαν το Ευαγγέλιο. Όταν πια μεγάλωσα, έμενα στο στασίδι να ψάλλω με τον πατέρα μου.
Κουρασμένος όμως απ’ τα πολύωρα Σαββατιάτικα παιχνίδια και νυσταγμένος ακόμα τις περισσότερες φορές, δεν είχα όρεξη για Εκκλησία και το μόνο γεγονός που παρηγορούσε το αγουροξύπνημά μου, ήταν ότι θα ‘βλεπα τα κορίτσια της Οικοκυρικής Σχολής που ‘ρχόντουσαν για εκκλησιασμό και το μυαλό μου ήταν περισσότερο εκεί, παρά στα τροπάρια και τα χερουβικά. Κι όταν τα πράσινα μάτια του πατέρα μου έλαμπαν καθώς έψαλλε και κουνούσε ρυθμικά τα χέρια του διευθύνοντας τους δομέστικους, δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει η λειτουργία, για να περάσω απ’ τα κελιά του Ταξιάρχη που έμενε με τη μητέρα του και τη γιαγιά του ο φίλος μου ο Γιάννης, να πάμε μαζί στην Αμαράντειο Σχολή, που ήταν η Λέσχη της 4ης Ομάδας
των Ναυτοπροσκόπων για τη συγκέντρωση της Κυριακής. Στην αρχή ήμουνα στην Ενωμοτία των Κύκνων και μετά πήγα στους Γλάρους. Με τον Γιάννη παίζαμε στο πρωτάθλημα των Προσκόπων στο διπλό του πινκγ - πονγκ και παίρναμε συνέχεια το πρωτάθλημα: ήμουν’ αρκετά καλός!
Πολλές φορές μετά τη συγκέντρωση, ‘νοικιάζαμε μικρά ποδήλατα απ’ του Κελεπιλέρ στη Σάντα Μαρία κι αλωνίζαμε την πόλη με τις ώρες. Άλλες φορές, πήγαινα με τα γειτονόπουλα τον Νικήτα και τον αδελφό του το Νικολιό, στο εκκλησάκι του
Αη- Νικόλα που ήταν μεσ’ το Φάρο κι ανάβαμε τα καντήλια.
Εκεί στους Μύλους, είχα ξεχαστεί μια Κυριακή μετά την εκκλησία, ντυμένος
με τη Ναυτική στολή του σχολείου, παρακολουθώντας τα γυρίσματα της ταινίας
“Τα Κανόνια του Ναβαρόνε”, γιατ’ ήθελα να δω κι εγώ από κοντά τον Άντονυ Κουήν,