Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Σελίδα 15
πάνω μέρος των χειλιών της, δεν θα την ξεχάσω…! )
Λίγο αργότερα και χωρίς να καταλάβω πως, άρχισε να γίνεται το ίδιο κι ακόμα περισσότερο και με τη Χριστίνα την αδερφή της και δεν ξέρω αν έλεγε κάτι η μιά στην άλλη: εγώ πάντως δεν τολμούσα να πω τίποτα σε κανέναν... Ποιος θα με πίστευε άλλωστε;!...Ήταν ένα μυστικό που κράτησα μόνο για τον εαυτό μου!
Με τη Χριστίνα “δεθήκαμε” περισσότερο: πηγαίναμε συχνά οι δυό μας σινεμά και σ’ όλη την διάρκεια του έργου της κρατούσα σφιχτά το χέρι κάτω απ’ τη μπλούζα
που άφηνε στα γόνατα της κι έβλεπα στην οθόνη χωρίς πολλές φορές να προσέχω το
έργο, που περίμενα πως και πως να τελειώσει, για να πάμε σπίτι και ν’ αρχίσουμε ξανά τα φιλιά….
Ένα βράδυ, με πήρε μαζί της σ’ ένα αποκριάτικο πάρτυ: ήταν το πρώτο πάρτυ που θα πήγαινα κι είχα μεγάλη αγωνία να δω τι γίνετ’ εκεί. Kι αφού δεν ήξερα ούτε καν να χορεύω, καθόμουν’ αμίλητος σε μια καρέκλα αποφεύγοντας να κοιτώ όταν κάποιος την έπαιρνε απ’ το χέρι να χορέψουν αγκαλιά στο μισοσκόταδο ανάμεσα στ’ άλλα ζευγάρια και παρακαλούσα να συμβεί “κάτι”, για να σταματήσουν όλα εκεί! Το πάρτυ όμως δεν έλεγε να σταματήσει! Αντίθετα το κέφι “άναβε” κι εγώ δεν μπορούσα να πω ή να κάνω κάτι, ώσπου δεν άντεξ’ άλλο και κάποια στιγμή σηκώθηκα, βγήκα έξω και κάθισα μόνος στο πεζοδρόμιο. Μάλλον απ’ την έκφραση του προσώπου μου, θα πρέπει κατάλαβε πως ζήλευα, γιατί μετ’ από λίγο ήρθε και κάθισε δίπλα μου και με ρώτησε με χαμόγελο χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά τι είχε συμβεί. Της είπ’ απλά πως, βγήκα να πάρω λίγο αέρα κι ότι μπορούσε να μείνει στο πάρτυ αν ήθελε κι εγώ θα ‘φευγα μόνος, αφού το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά. Κατάλαβε όμως ότι, δεν εννοούσα αυτά που έλεγα και χαμογελώντας με φίλησε στο μάγουλο: αφήνοντάς με για λίγο μόνο, γύρισε με την τσάντα της και με πήρε απ’ το χέρι να φύγουμε. Με πήγε σπίτι της και στο ντιβάνι που
υπήρχε στην κουζίνα, άρχισε να με φιλά ασταμάτητα κι εγώ ντρεπόμουνα να της πω κάτι, αφού δεν ήξερα πως να της εξηγήσω “αυτό” που ένοιωθα μέσα μου όλο εκείνο
τον καιρό κι η ζήλεια μου το είχε κάνει να φουντώσει περισσότερο εκείνο το βράδυ!
Φοβόμουνα ότι θα με κορόιδευε, αν της έλεγα πως την αγαπούσα! Φορούσα ακόμα κοντά παντελόνια!…Έπρεπε όμως να το ‘ξερε χωρίς να της το πω!…..
Πέρασε έτσι ένας χρόνος περίπου και στενοχωρήθηκα πολύ όταν μου είπε πως θα γυρνούσε στην Κρήτη, όταν πήρε μετάθεση ο άνδρας της Μάρως και θα πήγαινε μαζί τους να τελειώσει εκεί το Γυμνάσιο και βούρκωσα όταν μου έδωσε μια φωτογραφία της να τη θυμάμαι και με φίλησε για τελευταία φορά……
Κρατούσα τη φωτογραφία της μαζί μου για πολύ καιρό και την κοιτούσα συχνά με νοσταλγία....αλλά όλα είχαν τελειώσει πια!...Έφυγε και δεν την είδα ξανά
από τότε !
Η φωτογραφία μπορεί να χάθηκε ανάμεσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου μου, τη Χριστίνα όμως, δεν την ξέχασα….