Τρίτη 25 Μαρτίου 2008
Σελίδα 5
απ’ την παλιά καπνοβιομηχανία, μπαίναμε στην Παλιά Πόλη απ’ την πύλη του Σαν Φρανσίσκο: διαβαίνοντας χωρίς βιασύνη τα στενά πέτρινα σοκάκια του Αη-Φανούρη, πηγαίναμε στους θείους μου κι έπαιζα με τον ξάδερφό μου τον Λάκη και την αδερφή του την Νίτσα, ενώ η άλλη μου ξαδέρφη η Καίτη, ήταν ακόμα μωρό στην πάνινη παραδοσιακή κούνια: έμεναν τότε όλοι μαζί, στριμωγμένα σ’ ένα μόνο δωμάτιο.
Τα καλοκαίρια πηγαίναμε συχνά σινεμά, συνήθως στο θερινό Απόλλων, που εκτός απ’ τις αξέχαστες εκείνες ασπρόμαυρες Ελληνικές ταινίες, έπαιζε κάτι Ινδικά έργα με κάποια ηθοποιό Ναργκίζ, που ήταν τότε της μόδας. Γέμιζε η γιαγιά μου μια τσάντα με παξιμάδια και γραμύθια, παίρναμε και λούπινα απ’ τα καροτσάκια -και που και που κανένα γλειφιτζούρι ή κανένα μελωμένο μήλο - να τρώμε στη διάρκεια του έργου,- που πολλές φορές βλέπαμε δυό φορές-: και μετά το πολύ κλάμα που έπεφτε στο έργο, γυρνούσαμε πάλι με τα πόδια στο σπίτι και καθόμασταν στην αυλή στα μικρά μπλε σκαμνάκια που είχε φτιάξει ο παππούς μου: και κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, περιμέναμε με τις γειτόνισσες να περάσει ο γιαουρτάς να φάμε το φρέσκο του γιαούρτι, που είχε περίπου ένα δάκτυλο καϊμάκι και το πουλούσε μέσα σε κάτι μικρά πήλινα μπολάκια.
Τους αδερφούς του παππού μου,- τον Γιώργο που είχε πατσατζίδικο στον Πειραιά και τον Δρόσο που ζούσε στη Γαλλία-, δεν τους γνώρισα ποτέ: γνώρισα όμως τον μικρό του αδερφό τον Γιάγκο, που ζούσε κι αυτός με τη ξανθιά γυναίκα του τη Μαρί στο Παρίσι: δεν είχαν παιδιά.
Ο Γιάγκος,- ένας ψηλός όμορφος άνδρας που συνήθιζε να καπνίζει τσιμπούκι-, ‘ρχότανε με την Μαρί τα καλοκαίρια απ’ την Γαλλία μ’ ένα μεγάλο- μαύρο νομίζω- αυτοκίνητο, φέρνοντας μαζί τους μια τεράστια κινηματογραφική μηχανή και γυρνούσαν στα χωριά κι έπαιζαν υπαίθριο κινηματογράφο με παλιές Ελληνικές και ξένες ασπρόμαυρες ταινίες στα καφενεία. Έβαζαν και τελάλη για να το μάθουν στο χωριό για να κάνουν διαφήμιση και μαζευόταν πολύς κόσμος, που καθόντουσαν σε πάγκους και μικρά σκαμνιά για να δούνε το έργο, ενώ πολλοί έφερναν καρέκλες απ’ τα σπίτια τους. Πρέπει να ήμουνα 8-10 χρονών που πήγαινα κι εγώ μαζί τους με την μητέρα μου και μ’ άρεσε.
Ήρθαν δυό – τρία, μπορεί και τέσσερα καλοκαίρια κι ένα καλοκαίρι ο Γιάγκος μου έφερε για δώρο μια μυδράλια, που τον θόρυβο της τον θυμάμαι ακόμα….
Στον πατέρα μου είχε φέρει ένα μικρό ράδιο-τρανζίστορ, που έπαιρνα κι εγώ πολλές φορές στο βουναλάκι ν’ ακούσω με τους φίλους μου τα Κυριακάτικα ποδοσφαιρικά παιχνίδια.
Ο Γιάγκος κι η Μαρί δεν ήρθαν ξανά και δεν τους ξαναείδα, αλλ’ άκουσα
απ’ τη γιαγιά μου πως ο Γιάγκος πέθανε πριν από 12 χρόνια περίπου.
Ο παιδικός σταθμός που μ’ έστελναν οι γονείς μου, ήταν ιδιωτικός, κάποιας Χαρτερούς, που δεν θυμάμαι καθόλου: θυμάμαι όμως, το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο με τις μεγάλες ανοιχτόχρωμες λουστραρισμένες καφέ ξύλινες πόρτες, που ‘ρχόταν κάθε πρωί να με πάρει απ’ το σπίτι. Ο σταθμός ήταν έξω απ’ τις Πύλες του Θέρμαι, απέναντι απ’ το πάρκο στα Πλατανάκια.
Νηπιαγωγείο πήγα στην Παιδαγωγική Ακαδημία κι έκανα μια χρονιά με
Σελίδα 4
Ο άλλος μου θείος, ο Κώστας, έμενε μαζί μας και πολλοί τον νόμιζαν
γι’ αδερφό μου: όταν έκοβε το ψωμί με το χέρι και δεν χρησιμοποιούσε το μαχαίρι, τον μάλωνε η μητέρα μου, γιατί το θεωρούσε γρουσουζιά….
Όταν μεγάλωσα και πήρα το δωμάτιό του, πήγε κι αυτός να μείνει με τους γονείς του, αλλά συνέχισε να βοηθά τον πατέρα μου που του έμαθε τη Βυζαντινή
Μουσική, τον έκανε Ψάλτη κι οι φίλοι του, του “κόλλησαν” το παρατσούκλι “Παπαδιά”.
Ήταν το αγαπημένο παιδί του Δεσπότη Σπυρίδωνα κι όταν ο Μενέλαος, ο πανύψηλος αριστερός ψάλτης των Εισοδίων έφυγε στην Αμερική, πήρε τη θέση του: δεξιά, έψαλλε πάντα ο πατέρας μου.
Ο Κώστας, -που ήταν και νονός μου-, είχ’ ένα γυναικείο ποδήλατο και τα μεσημέρια που κοιμόταν, του ‘παιρνα κρυφά το κλειδί που φύλαγε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έκανα βόλτες στη γειτονιά. Ίσα - ίσα έφταναν τα πόδια μου τότε στα
πετάλια και μια φορά που δεν πρόλαβα να πιάσω φρένα σε μια στροφή, τράκαρα
σ’ έναν τοίχο και παραλίγο να σπάσω τα μούτρα μου! Ευτυχώς τη γλίτωσα μόνο με
λίγες γρατσουνιές κι ένα στραμπούληγμα στο χέρι και χρειάστηκε ο Παπά-Κυριάκος
που ήταν “ειδικός”, να μου το κάνει καλά.
Ο παππούς μου ο Σακελλάρης ήταν μαραγκός κι όταν χτιζόταν ο κινηματογράφος “Ορφέας” που ήταν κοντά στο σπίτι του, του πήγαινα το φαγητό
στην καστάνια, τυλιγμένο πάντα σε μια μπλε η κόκκινη καρό πετσέτα.
Όταν πια δεν μπορούσε να δουλεύει στις οικοδομές σκέφτηκε να κάνει
μι’ άλλη δουλειά: μάζευε διάφορα μικρά και μεγάλα κογχύλια από τις παραλίες, τα τρυπούσε μ’ ένα λεπτό σουβλί, τα περνούσε σε μια μισίνα και τα έκανε κολιέ. Έκοβε μικρά κομμάτια καπλαμάδες, έβαζε στη μέση μικρούς στρογγυλούς ή τετράγωνους καθρέφτες και τους στόλιζε γύρω-γύρω με τα διάφορα κογχύλια που κολλούσε με μια κόλλα που έφτιαχνε ο ίδιος, διαλύοντας με ασετόν διάφορα πλαστικά μπουκάλια.
Πήγα αρκετές φορές μαζί του να μαζέψω κογχύλια και τον βοηθούσε κι η γιαγιά μου να φτιάχνει τους καθρέφτες και τα κολιέ. Πουλώντας τα κολιέ και τους καθρέφτες στους τουρίστες, έβγαζαν το μεροκάματο τους. Αργότερα πήραν Άδεια κι είχαν ένα μικρό καροτσάκι στην Πύλη της Ελευθερίας, δίπλα στον λούστρο με το χαλασμένο μάτι που φορούσε πάντα στραβά εν’ άσπρο καπέλο. Μετά το είχαν κοντά στον σταθμό Ταξί και τελευταία είσοδο της Παλιάς Πόλης στα Πλατανάκια.
Ο παππούς μου, έφτιαχνε ένα νόστιμο φαγητό τα χειμωνιάτικα βράδια, με τις ψίχες απ’ το ψωμί που περίσσευε και πρέπει να το ‘φτιαχνε με νερό, λάδι κι αλάτι. Όσες φορές όμως κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να το φτιάξω: ούτε κι η μητέρα μου θυμόταν καλά τη “συνταγή”. Άναβε τα Ροδίτικα “χύμα” τσιγάρα “Λουλουδάκι” που κάπνιζε, μ’ έναν παλιό αναπτήρα με φυτίλι, που μ’ έστελνε συχνά να γεμίσω στο βενζινάδικο του κυρ- Πέτρου και για ταμπακέρα χρησιμοποιούσε ένα παλιό μικρό σιδερένιο κουτί από παστίλιες.
Η γιαγιά μου, ‘ρχόταν ταχτικά στο σπίτι μας στη Ψαροπούλα να πάρει τα ρούχα μας για πλύσιμο να βοηθήσει τη μητέρα μου. Βάζοντάς τα σ’ ένα σεντόνι, τα ‘δενε κόμπο σταυρωτά, ώστε να γίνουν ένας μεγάλος μπόγος που έβαζε στο κεφάλι της και κρατώντας με, με το άλλο χέρι, ανεβαίναμε την ανηφόρα του παλιού Νοσοκομείου, περνούσαμε απ’ την Παύλου Μελά, -που η μισή ήταν ακόμα χωματόδρομος- και φτάναμε σπίτι της στα Λαϊκά, χωρίς να λαχανιάζει…
Κοσκίνιζε, ζύμωνε κι έφτιαχνε μόνη της το σταρένιο εκείνο νόστιμο ψωμί, που παίρναμε μαζί σε μικρές λαμαρίνες στον ξυλόφουρνο του Αη- Γιάννη. Αρκετές φορές πήγαινα μαζί της στο Αρχαίο Στάδιο, όπου μαζί με άλλες γειτόνισσες μάζευε χόρτα και καραβόλους, ενώ εγώ σκαρφάλωνα στα δένδρα να μαζέψω γραμύθια και χαρούπια.
Μ’ έπαιρνε μαζί της κι όταν πήγαινε να δει τον γιο της, τον θείο μου τον Παύλο- αδερφό της μητέρας μου- και τη γυναίκα του -τη θεία μου την Μαρία-, που έμεναν στην Παλιά πόλη με τα παιδιά τους, στο στενό δρομάκι πίσω από το μικρό πατσατζίδικο του “Μερακλή” και πηγαίναμε πάντα με τα πόδια. Περνώντας μπροστά