Σάββατο 5 Απριλίου 2008
Σελίδα 12
νοκ-άουτ μαύρους κι άσπρους Αμερικάνους. Ήσαν πολύ καλοί κι οι δυο τους και δεν τους θυμάμαι να χάνουν.
(Ο Ηλίας είχε μάθει Πυγμαχία στο Σαρλερουά του Βελγίου, που τον είχε στείλει ο πατέρας μου μετανάστη και βγήκε Πρωταθλητής εφήβων. Γύρισε στη Ρόδο, αλλά δεν βρήκε δουλειά κι έφυγε στη Γερμανία όπου βγήκε ξανά πρωταθλητής. Μετά από αρκετά χρόνια γύρισε στη Ρόδο και δούλεψε στο Καζίνο και σήμερα είναι συνταξιούχος. Ο Μάριος, που έφυγε κι αυτός στη Γερμανία, ζει ακόμα εκεί.)
Σ’ εκείνο το γήπεδο γινόντουσαν κι αγώνες πάλης: κι είχα την τύχη να δω τον Καρπόζυλο, τον Λαμπράκη με τις δυνατές κεφαλιές, τον Καρυστινό κι άλλους πολλούς, να παλεύουν με τεράστιους -ξένους μας έλεγαν- παλαιστές, πολλές φορές μασκοφόρους, να τους δένουν στα σχοινιά, να τους χτυπούνε και να τους βγάζουν τις μάσκες!
Τι γινόταν τότε! Τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, μπαίναμε στο γήπεδο απ’ την τρύπα του μαντρότοιχου και παρατώντας τις τσάντες στο κοκκινόχωμα ανεβαίναμε στο ρινγκ και παλεύαμε μεταξύ μας. Και το απόγεμα θέλαμε να συνεχίσουμε στην άμμο
όπου, σχηματίζοντας ένα μικρό ρινγκ βάζοντας καλάμια για γωνιές, προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τους παλαιστές και τις “λαβές” τους….
Συχνά τις Κυριακές μετά την Εκκλησία πηγαίναμε στο Σινεάκ κι η μυρωδιά του φρέσκου ποπ-κορν θυμάμαι πως μου ‘σπαζε τη μύτη. Ο πατέρας του Νικήτα, ο κυρ-Πρόδρομος, -ένας ψηλός λεβεντόκορμος Καλύμνιος-, δούλευε στο σινεμά που πηγαίναμε: έκοβε τα εισιτήρια στην πόρτα αφήνοντας και μένα να περνώ χωρίς να πληρώνω κι όταν ακόμα μεγάλωσα, ποτέ δεν μ’ άφησε να κόψω εισιτήριο: έτσι, πήγαινα συχνά σινεμά κι είδα πάρα πολλές ταινίες. Αρκετές φορές πήγαινα και με τους γονείς μου.
Μικρός, πήγαινα πίσω απ’ τους τελευταίους Στρατιώτες, που με βήμα ακολουθούσαν την μπάντα του Δήμου στο Βωμό της Πατρίδος στη Νομαρχία για την υποστολή της σημαίας και μ’ ένα κομμάτι ξύλο στον ώμο έκανα κι εγώ τον στρατιώτη: ενώ άλλες φορές, πήγαινα πίσω απ’ την μπάντα και προσποιούμουνα πως έπαιζα τύμπανο.
Εκατοντάδες κόσμος πηγαινοερχόταν τότε στο Μαντράκι, απ’ τον Ευαγγελισμό μέχρι τα ταξί, πάνω κάτω, ώρες ολόκληρες! Ήταν κάτι σαν νυφοπάζαρο! Στον τρούλο απέναντι απ’ το Ακταίον, έπαιζε πολλές φορές η μπάντα του Δήμου μετά την υποστολή της σημαίας. Κι όταν οι γονείς μου καθόντουσαν στου Δημητριάδη, ή στο Πανελλήνιο, για το καθιερωμένο παγωτό της Κυριακής, ή πήγαιναν στην “Καλή Καρδιά” του Φώτη για σουτζουκάκια και μπύρες, πήγαινα με την αδερφή μου να παίξουμε κρυφτό και κυνηγητό στη Νέα Αγορά, που τότε ήταν γεμάτη από τα ξύλινα μανάβικα, ή προσπαθούσαμε να μπούμε στις μικρές ψαρόβαρκες που ήσαν αραγμένες στο λιμάνι.
Εκτός απ’ τον Μιχάλη, τον Σταμάτη και τον Βασιλάκο, θυμάμαι και την Γιούλη, ένα μελαχρινό αδύνατο όμορφο κορίτσι με μαύρα κοντά μαλλιά, που ‘ρχότανε να παίξει μαζί μας. Ο πατέρας της θυμάμαι, οδηγούσε έν’ άσπρο μικρό “κατσαριδάκι” που είχε τη ρεζέρβα του πίσω στο καπό.
Άλλες Κυριακές, πηγαίναμε στου Νουρή, ή σε κάποιο άλλο ταβερνάκι, συνήθως σ’ ένα ξύλινο που ήταν μεσ’ τη θάλασσα στα Κρητικά, ειδικά όταν ‘ρχότανε
απ’ την Αθήνα ο Σούκουρης, ο νονός της αδερφής μου, που ήταν συνεργάτης του πατέρα μου.
Τις καθημερινές τα βράδια, όταν οι γονείς μου είχαν να πάνε κάπου, με άφηναν συνήθως στα σπίτια της Ανεζούλας, της Κόμισσας ή της Ευδοκίας. Στης Ανεζούλας, προσπαθούσα να παίξω με την κιθάρα του άνδρα της. Αν με άφηναν
στης Ευδοκίας, καθόμουνα κι έπαιζα με τον Νικήτα και το Νικολιό: κι αν ήταν Δευτέρα, περιμέναμε με αγωνία να πάει η ώρα 10 και 10, για ν’ ακούσουμε στο ραδιόφωνο τις “Αστυνομικές Ιστορίες του Νίκου Φώσκολου” με τον υπαστυνόμο Βαλέ. Στης Κόμισσας, έπαιζα με τον γιο της τον Αγαπητό, πάνω στα ροκανίδια κάτω απ’ τον πάγκο του πατέρα του, που ήταν μαραγκός. Ο Αγαπητός είχε πάθει “τριχωφά” και
στο κεφάλι του που δεν είχε μείνει ούτε μια τρίχα και γυάλιζε σαν “λουξ”, του έβαζε
η μητέρα του μια αλοιφή που βρωμούσε απαίσια και μετά το σκέπαζε μ’ ένα μπλε, ή άσπρο σκουφί. Το παρατσούκλι του ήταν “Ναπολέων” και του το είχε “κολλήσει” ο
Σελίδα 11
καπλαμάδες στο μάθημα της χειροτεχνίας του σχολείου, αγοράζαμε και τις φιγούρες του Καραγκιόζη του Μορφονιού και των άλλων: και πίσω από ένα παλιό σεντόνι που χρησιμοποιούσαμε για μπερντέ, ανάβαμε κεριά προσπαθώντας να παίξουμε Θέατρο Σκιών στην αποθήκη του σπιτιού του Θέμου και του Άρη και πολλές φορές, κάπως τα καταφέρναμε…
Αν δεν παριστάναμε τους ήρωες που βλέπαμε στο σινεμά να παίξουμε πόλεμο, παίρνοντας τα σκεπάσματα από παλιά σιδερένια βαρέλια να τα κάνουμε ασπίδες και να φτιάξουμε τα σπαθιά και κοντάρια μας απ’ τα πεταμένα Χριστουγιενιάτικα δέντρα,
τα τόξα μας από βαγιές και τα κράνη μας από μεγάλα στρογγυλά κονσερβοκούτια, παίζαμε πετροπόλεμο: κουρασμένοι απ’ τα πολύωρα παιχνίδια, σαν έγερνε η μέρα, μετά απ’ τις φωνές των μανάδων μας να γυρίσουμε στα σπίτια μας, χωρίζαμε αγαπημένοι χωρίς κακίες, με λερωμένα ρούχα και βρώμικα γρατσουνισμένα πόδια,
-γεμάτοι μύξες πολλές φορές-, ή και με κάποιο καρούμπαλο στο κεφάλι: “τις τρώγαμε” απ’ τις μανάδες μας στο λούσιμο και πέφταμε να κοιμηθούμε, ανέμελοι…….
Τα κρύα βράδια του χειμώνα, μαζευόμασταν μια στο ένα σπίτι και μια στο άλλο: καθισμένοι γύρω - γύρω απ’ το μαγκάλι ψήνοντας κάστανα και στραγάλια,
διαβάζαμε τα κατορθώματα του Γιώργου Θαλάσση της Κατερίνας και του Σπίθα στον “Μικρό Ήρωα” και του Τζιμ Άνταμς της Ντιάνας και του Πεπίτο Γκονζάλες με τα μεγάλ’ αυτιά και τα πεταχτά δόντια στον “Μικρό σερίφη”, ή παίζαμε Τόμπολα και Μουντζούρη.
Στον “Κάμπο”, -το γήπεδο του Α.Ο.Ν- εκεί που σήμερα είναι το Grand Hotel, πηγαίναμε να δούμε τους πιο μεγάλους που έπαιζαν ποδόσφαιρο κι άλλες φορές τους Αμερικάνους “της Φωνής της Αμερικής”, που έπαιζαν μπέηζ μπολ. Πότε-πότε, μας έδιναν τα παλιά τους ρόπαλα και τα ξεφτισμένα τους γάντια αντί να τα πετάξουν
κι εμείς, με τις χαμένες τους μπάλες που είχαμε βρει και δεν τους είχαμε δώσει, προσπαθούσαμε να παίξουμε το ίδιο παιχνίδι στην πλατεία της Ψαροπούλας.
Πολλές φορές, ψάχναμε στα σκουπίδια του “Κάμπου”, μήπως βρούμε κάποιο παιχνίδι πεταμένο απ’ τους Αμερικάνους, ή κανένα φάκελο από γράμμα να βγάλουμε το γραμματόσημο. Κι όταν ‘ρχόταν ο Στόλος και γέμιζε ο τόπος από Αμερικάνους ναύτες, τρέχαμε χωρίς ντροπή κι ευγένεια, να τους κάνουμε “τράκα” τσιγάρο δήθεν για τους πατεράδες μας: “ουάν σίγαρετ πάπα”, τους λέγαμε και τις περισσότερες φορές μας έδιναν και γέμιζα σχεδόν ένα πακέτο με διάφορα Αμερικάνικα τσιγάρα κι αυτά που δεν είχαν φίλτρο, τα έδινα στον παππού μου....
Στο Λιμεναρχείο τότε κάθε Κυριακή, έκαναν “τσούρι” τις κάρτες- προσκλήσεις, για ν’ ανέβουμε με τις “μοτοζάτερες” στο Αεροπλανοφόρο και
τ’ Αντιτορπιλικά του 6ου Στόλου, που αν ήξερα τότε για ποιο λόγο υπάρχουν, δεν
θα ‘τρεχα σαν τρελός να πιάσω το “μαγικό χαρτάκι”.
Κάτω απ’ το σπίτι μας στο “Αμέρικαν Μπαρ”, γινόταν “της τρελής” με τόσους Αμερικάνους ναύτες που μαζευόντουσαν να πιούν και να διασκεδάσουν. Που με τις φωνές, -ίσως και βρισιές- και τη δυνατή μουσική που άκουγαν, δεν μας άφηναν να κοιμηθούμε τα βράδια: κι ένα πρωί που σηκώθηκα να πάω στο σχολείο κι είδα στη
βρεγμένη από την πρωινή δροσιά αυλή του “Αμέρικαν Μπαρ”, να κοιμάται μεθυσμένος σε μια καρέκλα ο Νίκος Λασκαρίδης,-ο φίλος της Ελένης της Ρουμάνας- μ’ ένα μεγάλο μαυρομάνικο μαχαίρι στο ζωνάρι του, τρόμαξα τόσο πολύ, που χωρίς να κοιτώ πίσω μου έφυγα τρεχάλα….
Όσο καιρό έμενε ο Στόλος στο νησί, στο γήπεδο του μπάσκετ του
Παρροδιακού που ήταν ένα μικρό γήπεδο με κοκκινόχωμα,- εκεί που σήμερα είναι
Σελίδα 10
τη λέγαμε “Γουρούνα”, την κόκκινη Φερράρι του Χρονίδη και το κόκκινο Κουπεράκι του Ζαλμά με τον μαύρο “ουρανό”, την γκρίζα Τζάγκουαρ του Μαρκομιχελάκη, την κόκκινη Βόλβο του κοκκινομάλλη Ψίχα και την μπλε σκούρα Αλφέτα του Πέτρου Κουβάτσου που σκοτώθηκε στην τελευταία στροφή πριν τον τερματισμό σε μια “Ανάβαση Φιλερήμου” (υπάρχει μια μαρμάρινη προτομή του σ’ εκείνο το σημείο)
κι ακόμα ένα μικρό ανοιχτόχρωμο θαλασσί NSU (εμείς το λέγαμε “Σπουργιτάκι”), που ‘ρχόταν κάθε χρόνο για τους αγώνες.
Η “Ανάβαση Φιλερήμου” γινόταν Σάββατο και πήγαινα πολύ πρωί με τους φίλους μου να “πιάσω” μια καλή θέση σε κάποιο βράχο σε στροφή για να μπορώ να βλέπω καλύτερα: και την Κυριακή το πρωί που γινότανε το σιρκουί γύρω- γύρω απ’ τα μεσαιωνικά τείχη της πόλης, έπρεπε να ξυπνήσω ακόμα νωρίτερα να προλάβω να πάω στην “Κολώνα” που ήσαν τα “Πιτς”, πριν κλείσουν οι δρόμοι, γιατί μ’ άρεσε να βλέπω την εκκίνηση που τ’ αυτοκίνητα ξεκινούσαν όλα μαζί και ν’ ακούω τον δυνατό θόρυβο
που έκαναν: έπαιρνα μαζί μου ψωμί και τυρί για να φάω, αν πεινούσα.
Αν και μια φορά καμάρωνα που με είχε πάρει ο ίδιος ο Ψίχας στα “Πιτς” με την Βόλβο του, εμένα μ’ άρεσε περισσότερο η Τζάγκουαρ, γι’ αυτό κι είχα γράψει πάνω σ’ ένα μικρό κομμάτι με χαρτόνι τη λέξη “Jaguar”με κεφαλαία και το κάρφωσα με πινέζες μπροστά στο πατίνι μου.
Τα παιχνίδια μας πολλά και διάφορα όπως, μπάλα, μπίλιες, κρυφτό, μπάνιο και κυνηγητό στο μουράγιο, τάλια, “ψείρες”, κουτσό, “κλέφτες κι αστυνόμοι”, “πρώτη ελιά”, σβούρες κι άλλα πολλά.
Μ’ ένα κομμάτι από κεραμίδι, ή από πορτοκαλί σπασμένο πήλινο λαήνι, σχηματίζαμε στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το σπίτι του Γιάγκου και του Μιχάλη, ντάμα κι εννιάπετρο και παίζαμε με άσπρες και μαύρες θαλασσινές πέτρες κι ο πατέρας τους που ήταν καθηγητής στο Θηλέων, μας ζητούσε να κάνουμε ησυχία όταν έκανε τα ιδιαίτερα μαθήματα στα κορίτσια στο σαλόνι τους.
Παίζαμε αμάδες κι ανταλλάζαμε γραμματόσημα, ή κάρτες με ηθοποιούς κι όταν παίζαμε μπάλα, μ’ άρεσε να παίζω τερματοφύλακας: και μια φορά που έβγαλα
απ’ το χέρι το ρολόι μου να μην το σπάσω, το ξέχασα κάτω απ’ την μία απ’ τις δυό πέτρες που χρησιμοποιούσαμε για δοκάρια και το έχασα. Ήταν ένα κουρδιστό Ελβετικό Tavanes, με χρυσαφί πλάκα και καφέ λουράκι κι ήταν το πρώτο ρολόι που μου ‘χε δώσει να φορέσω ο πατέρας μου. Τις σφαλιάρες που “έφαγα” εκείνη τη μέρα, τις έχω ξεχάσει, όχι όμως και το ρολόι!
Σκαρφάλωνα και πηδούσα τον κοντό τοίχο απ’ το βουναλάκι ν’ ανέβω στη μικρή ταράτσα που ήταν το παράθυρο της κουζίνας μας, να πάρω τις μεγάλες φέτες ψωμί που πασάλιυε η μάνα μου με γλυκό, ή λάδι με ζάχαρη: και στις καλύβες που φτιάχναμε με πέτρες, ξύλα, κλαδιά και παλιές λαμαρίνες, στριμωχνόμασταν καθισμένοι σε χαρτόκουτα τ’ απογέματα μέχρι νωρίς το βράδι: και μεσ’ το μισοσκόταδο, ο Νικήτας, το Νικολιό, ο “Μπέπης”, η Γεωργία το “στιχιό”, ο Αλής η “μπανάνα”, η Λένα, ο Κατίρης ο “γρύλλος”, ο Νιώτης, ο Απτούλας, ο Γιάγκος, ο Αγαπητός, ο Σαράντης, η Φλώρα, η Μελιχάτ, τρώγοντας ο ένας απ’ το ψωμί του άλλου, λέγαμε τα παραμύθια που είχαμε ακούσει απ’ τους γονείς μας μέχρι να μας φωνάξουν οι μανάδες μας για ύπνο.
Σκαρφάλωνα επίσης με τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς και στην μεγάλη άσπρη μουριά, που υπήρχε στην μικρή αυλή, στο πίσω μέρος του σπιτιού του κυρ-Πρόδρομου και της κυρά-Ευδοκίας. Εκτός απ’ τα ζουμερά μούρα που τρώγαμε, έκοβα ταχτικά και κάμποσα μουρόφυλλα, για τους μεταξοσκώληκες που είχα σ’ ένα μικρό χάρτινο κουτί από παπούτσια στο σπίτι. Παρακολουθούσα καθημερινά με προσοχή και μεγάλη έκπληξη, πόσο γρήγορα μεγάλωναν εκείνα τα μικρά έντομα, με τι επιδεξιότητα ύφαιναν μετά τα κουκούλια τους και τυλιγόντουσαν μέσα σ’ αυτά και πως ξεπετάγονταν ξαφνικά σαν όμορφες πεταλούδες!
Απ’ το μικρό ψιλικατζίδικο του Πρόδρομου απέναντι απ’ την Αμαράντειο Σχολή, που αγοράζαμε τα πριονάκια για τις σέγες μας για να κόψουμε τους