Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

YouTube - Kansas-Dust In The Wind

YouTube - Kansas-Dust In The Wind

Σελίδα 9

ανάμεσα απ’ το πυκνό φύλλωμα. Οι μεγάλοι σ’ όλη τη διαδρομή έλεγαν αστεία και

τραγουδούσαν: έπιανα κι εγώ τα γκέμια που και που ….

Όταν πια φτάναμε, πριν καλά-καλά οι μεγάλοι κατεβάσουν τα πράγματα,

απ’ το κάρο, πηδούσα και βγάζοντας γρήγορα τα ρούχα και τα παπούτσια μου, έτρεχα στα παγωμένα πεντακάθαρα νερά της Καλλιθέας κι έκανα μπάνιο όλη μέρα, γιατί

μ’ άρεσε να ‘μαι στη θάλασσα με τη μάσκα και να μαζεύω πατελίδες και κοχλιούς

απ’ τα βράχια. Και το μεσημέρι, που οι μεγάλοι άναβαν φωτιά κι έψηναν ψάρια και ‘χταπόδια κάνοντας τον τόπο να μοσχοβολά με τη μυρωδιά τους, με φώναζε από

ψηλά η μητέρα μου με την τσιριχτή φωνή της για το μεσημεριανό φαγητό κι εγώ προσπαθούσα να τρέξω να πάω γρήγορα: ξυπόλυτος όμως όπως ήμουνα, με τη

μάσκα στο ένα χέρι και το κουβαδάκι μου στο άλλο, πονούσα και παραπατούσα προσπαθώντας να τρέξω πάνω στα κοφτερά βράχια. Σταματούσα και προσεχτικά

μην τυχόν και γλιστρήσω, έβαζα τα πόδια μου να καλμάρουνε στα στάσιμα ζεστά

νερά που υπήρχαν σε μερικά σημεία των βράχων κι όταν τελικά έφτανα στην καυτή άμμο που μου τσουρούφλιζε τα πόδια, ανέβαινα τρεχάτος την ανηφοριά μέχρι τα πεύκα, προσέχοντας μην πατήσω κάποιο αγκάθι.

Με σκούπιζε και με σκέπαζε με την πετσέτα η μητέρα μου ενώ “τουρτούριζα” ακόμα και τα δόντια μου χτυπούσαν απ’ το κρύο: τα δάχτυλά μου ήσαν ζαρωμένα μετά τόσες ώρες στο νερό κι έτρωγα με μεγάλη όρεξη απ’ τα ψάρια και τα ‘χταπόδια. Προτιμούσα όμως περισσότερο, τα νόστιμα κεφτεδάκια και τις μελιτζάνες της μητέρας μου, που έφερνε απ’ το σπίτι.

Kι όταν αργά το απόγεμα που έπεφτε ο ήλιος παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, με το σχεδόν γεμάτο πατελίδες και κοχλιούς κουβαδάκι μου στο χέρι,

ανέβαινα απ’ τους πρώτους στο κάρο, με τα μάτια μου να κλείνουν απ’ τη γλυκιά

κούραση της μέρας: έγερνα κι ακουμπούσα το κεφάλι μου στην Αισέ και με το ελαφρύ κούνημα του κάρου και νανούρισμα το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών και τον αργό ρυθμό του ποδοβολητού του αλόγου, μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος…….

Η Αισέ, παντρεύτηκε γύρω στα 18 κι έφυγε στη Τουρκία…Δεν την είδα ξανά…

Τα καλοκαίρια, φτιάχναμε τα πατίνια μας με ξύλινες μικρές σανίδες και τα χαλασμένα ρουλεμάν που μας έδιναν απλόχερα ο Μαστρο-Φραντζής, -ένας ασπρομάλλης συμπαθητικός γεράκος- κι ο Μεμετός, που ήσαν μηχανικοί αυτοκινήτων στα γκαράζια στην γειτονιά μας, πάντα μουτζουρωμένοι μέσα στις βρώμικες μπλε φόρμες που φορούσαν. Έκαναν έναν πολύ δυνατό θόρυβο εκείνα τα πατίνια, κυρίως όταν ήμασταν τέσσερις-πέντε μαζί. Κι εμείς, αντί να βάζουμε γράσο στα ρουλεμάν

να είναι ο θόρυβος πιο σιγανός, αντίθετα βάζαμε πετρέλαιο να γίνονται πιο γρήγορα. Έτσι όμως, ο θόρυβος γινόταν μεγαλύτερος. Ανεβαίναμε στο Μόντε Σμιθ, στο Σημάφορο που έλεγαν τότε, όπου υπήρχε κι ένα μεγάλο στρογγυλό άσπρο χτίσμα, που νομίζω πως ήταν παλιό παρατηρητήριο -εκεί που σήμερα είναι στημένες οι κεραίες των Τηλεοράσεων - κι από ‘κει, πάνω στα πατίνια, κατεβαίναμε μέχρι τη γειτονιά μας.

Μετ’ ανεβαίναμε πάλι στο Μόντε Σμιθ και κάναμε ακούραστα το ίδιο ξανά και ξανά!

Κι όταν κατεβαίναμε τη μεγάλη κατηφόρα του Νοσοκομείου για να πάμε ακόμα πιο γρήγορα, μας κυνηγούσε ο φύλακας, γιατί ο δυνατός θόρυβος που έκαναν τα πατίνια μας ενοχλούσε τους ασθενείς κι ειδοποιούσε την αστυνομία. “Ο Αλέκος!...ο Αλέκος!..” φωνάζαμε σαστισμένοι μεταξύ μας, όταν ακούγαμε από μακριά τον ήχο της γκρίζας Χάρλευ του Τροχονόμου και παίρνοντας γρήγορα τα πατίνια μας παραμάσχαλα, εξαφανιζόμασταν!....

“Τρώγαμε τα σίδερα” τότε μ’ εκείνα τα πατίνια και στα σάνταλα και στα παπούτσια, μας έβαζαν πέταλα!!

Ο Αλέκος ο τροχονόμος, αρκετά χρόνια μετά, δούλεψε οδηγός στην Ολυμπιακή.

Τότε, γινόντουσαν κι αγώνες αυτοκινήτων στη Ρόδο και γέμιζε η πόλη με

τ’ αγωνιστικά αυτοκίνητα που χάζευα με τις ώρες, όταν τα έφερναν για βενζίνη ή για σέρβις στα γκαράζια και καθάρισμα στο βενζινάδικο του κυρ-Πέτρου που δούλευε ο Μιχάλης η “Σαλούρα”: και θυμάμαι τη μεγάλη άσπρη Σέβρολετ του Πεσματζόγλου που