Κυριακή 6 Απριλίου 2008

YouTube - Demis Roussos - Rain And Tears (Live In Bratislava)

YouTube - Demis Roussos - Rain And Tears (Live In Bratislava)

Σελίδα 14

άφηνε τα χωριά του κι έφευγε στο εξωτερικό, σ’ εκείνα τ’ ανθρακωρυχεία της δυτικής Ευρώπης και στα καράβια, ή στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία: παντού πήγαιναν τότε, να βρουν δουλειά και την τύχη τους, για να φτιάξουν τη ζωή τους.

Ο πατέρας μου έγινε γνωστός σ’ όλη τη Ρόδο. Άφησ’ εκείνο τον μικρό χώρο που ξεκίνησε και μεταφέρθηκε σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο στη Δημητρίου Θεοδωράκη κι άρχισε να συνεργάζεται με το Πρακτορείο “Horizon” της Αθήνας: κι όταν το 1959 ξεκίνησε και καθιερώθηκε το Προ-πό, ήταν από τους πρώτους που πήραν Άδεια στο νησί.

Γράφαμε τα σημεία στα δελτία τρεις φορές τότε: στο Στέλεχος, στη Μήτρα και στο Απόκομμα, αφού δεν υπήρχαν ακόμα τα δελτία με το καρμπόν και τα κόβαμε με το ψαλίδι. Ήμουνα τότε - ας πούμε,- απ’ τα προνομιούχα παιδιά της γειτονιάς, αφού ο πατέρας μου κέρδιζε αρκετά χρήματα. Κι ενώ μερικά απ’ τα γειτονόπουλα

φορούσαν ακόμα μπαλωμένα παντελόνια που κούμπωναν με διαφορετικά κουμπιά,

η μητέρα μου μ’ έντυνε με χειροποίητα ρούχα που έπλεκαν οι Καλόγριες και στο σπίτι είχαμε πιάνο και ‘ρχόταν κάθε τόσο η κυρία Δέσποινα (Δελαπόρτα) να κάνει μαθήματα σε μένα και στη Καίτη, τη μικρή μου αδερφή.

Έτσι, άρχισε να μ’ αρέσει περισσότερο η Ευρωπαϊκή Μουσική απ’ τη Βυζαντινή: αλλά, τα μονότονα μαθήματα του πιάνου και της Κλασσικής μουσικής, τα βαρέθηκα. Και παρόλο που ο πατέρας μου επέμενε να συνεχίσω, τέσσερα περίπου χρόνια μετά, τα παράτησα…Η αδερφή μου όμως, που της άρεσε πάρα πολύ το πιάνο συνέχισε και σήμερα είναι καθηγήτρια πιάνου κι έχει δικό της Ωδείο.

Μετά το Δημοτικό, πήγα στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο Αρρένων και φόρεσα κι εγώ το πηλήκιο που φορούσαμε τότε. Τα πηλήκια του Γυμνάσιου είχαν σαν έμβλημα την κουκουβάγια και τα πηλήκια της Εμπορικής (Αργότερα Οικονομικό), είχαν ένα φίδι. Παράλληλα πήγαινα και στη Γαλλική σχολή των Fréres, Saint Jean Baptiste, που ήταν στη Λοχαγού Φανουράκη.

Για να πάω στο Γυμνάσιο έπαιρνα το λεωφορείο της “Πόλεως” που περνούσε απ’ το βενζινάδικο του κυρ-Πέτρου στην πλατεία της Ψαροπούλας στις 8 πάρα 10 κι αν δεν το προλάβαινα, έπαιρνα του “Ροδινιού” που περνούσε στις 8 και 5. Γυρνούσα σπίτι βιαστικά πάντα με τα πόδια, να προλάβω ν’ ακούσω τα Λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο, πριν πάω στα Γαλλικά, γιατ’ είχε μια εκπομπή κάθε μέρα στις τρεις πάρα τέταρτο. Από το Τelefunken εκείνο - που έχω ακόμα στην αποθήκη-, άκουγα συχνά και το “Θέατρο της Τετάρτης”.

Oι γονείς μου γνώρισαν μια οικογένεια απ’ την Κρήτη: ο άνδρας ήταν δημόσιος υπάλληλος και με τη γυναίκα του τη Μάρω, -που πρέπει να ήταν τότε περίπου 25-28 χρονών- είχαν ένα μικρό παιδί. Μαζί τους έμενε κι η μικρή αδερφή της Μάρως, η Χριστίνα, που πήγαινε στην Τετάρτη Γυμνάσιου στην Εμπορική Σχολή κι ήταν λίγο χοντρούλα και ξανθιά όπως η Μάρω, αλλά με μακριά μαλλιά που συνήθως έδενε κότσο. Ήταν αρκετά όμορφη με γαλανά μάτια και φορούσε ένα ζευγάρι λεπτά γυαλιά. Έμεναν κοντά στο τέλος της Ορφανίδου σ’ ένα μικρό παλιό σπίτι απέναντι απ’ το παλιό Γηροκομείο κι όταν πήγαινα στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, η Μάρω κι η Χριστίνα ‘ρχόντουσαν σπίτι μας και με βοηθούσαν στα μαθήματα μου. Η Μάρω, όταν τελειώναμε και μου ‘λεγε “Μπράβο”, με χάιδευε τρυφερά στο κεφάλι, όταν ξαφνικά μια μέρα, άρχισε να με φιλά στα χείλη! Εγώ που ήμουνα ακόμα “μια σταλιά” ξαφνιάστηκα και ντροπιασμένος την κοιτούσα στα μάτια αμήχανα χωρίς να ξέρω τι να πω και τι να κάνω: κοιτάζοντάς με μ’ ένα παράξενο χαμόγελο, με αγκάλιασε κι άρχισε να με φιλά ξανά. Από τότε, γινόταν το ίδιο κάθε φορά μετά το διάβασμα και τρελαινόμουνα μόνο με τη σκέψη ότι θα ‘ρχόταν ξανά η στιγμή που θα ‘νοιωθα την ανάσα της να κοντεύει σιγά-σιγά στο λαιμό μου, γιατί εκείνη την ώρα, η καρδιά μου άρχιζε αργά-αργά, να χτυπά πιο γρήγορα!

Συνήθισα όμως και μ’ άρεσε κι αν κάποια μέρα δεν ‘ρχόταν σπίτι, έπαιρνα τα βιβλία μου κι έτρεχα να πάω εγώ στο δικό της…(Την μικρή ελιά που είχε, στο αριστερό πάνω μέρος των χειλιών της, δεν θα την ξεχάσω…! )

YouTube - Joe Cocker - With A Little Help From My Friends

YouTube - Joe Cocker - With A Little Help From My Friends

YouTube - Joe Cocker - With a Little Help From My Friends (Woodstock)

YouTube - Joe Cocker - With a Little Help From My Friends (Woodstock)

Σελίδα 13

Μεμετός, ο μηχανικός στα γκαράζια.

Είχαν κι ένα καφενείο στο μπροστινό μέρος του σπιτιού τους, απέναντι απ’ τον φούρνο του Πολυχρόνη και της χοντρής Μαρίας, που πηγαίναμε αργότερα κι ακούγαμε τα τραγούδια που διαλέγαμε στο Τζουκ-μποξ: υπήρχε κι ένα φλιπεράκι εκεί, αλλά δεν

μ’ άρεσε ιδιαίτερα να παίζω.

Αν οι γονείς μου αργούσαν πολύ να ‘ρθουν να με πάρουν κι έμενα μέχρι αργά

το βράδυ στης Κόμισσας κι ο Αγαπητός είχε πάει για ύπνο, οι δυό αδερφές του, η Σοφία και το “Μαράκι”,- δυό πολύ όμορφες κοπέλες τρία - τέσσερα χρόνια μεγαλύτερες από μας-, μ’ έπαιρναν στο κρεβάτι τους και τσακωνόντουσαν ποια θα με φιλήσει πρώτη. Παρακαλούσα τότε να ‘ρθουν οι γονείς μου το πρωί! Προτιμούσα να με άφηναν πάντα στης Κόμισσας κι ο Αγαπητός να πηγαίνει νωρίς για ύπνο!

Οι αδερφές του, παντρεύτηκαν κι οι δυο με δυο Φιλιπινέζους, που δούλευαν

στον ραδιοφωνικό σταθμό “Voice of America” κι έφυγαν μαζί τους στην Αμερική.

Τον άνδρα της Σοφίας τον έλεγαν Αρέντο κι οδηγούσε μια παλιά μεγάλη κόκκινη Mercury. Τον άλλον δεν τον θυμάμαι... Μετά από πολλά χρόνια, άκουσα πως κι οι δυο χώρισαν…Το “Μαράκι” δεν το είδα ξανά, αλλά τη Σοφία την είδα πριν δυό χρόνια περίπου, στο μπαράκι που έχει κάνει το καφενείο του πατέρα της. Πήγα ένα βράδυ να την δω για λίγο, αλλά μετά τόσα χρόνια και μέσ’ το μισοσκόταδο δεν με γνώρισε, παρά μόνο όταν της είπα ποιος ήμουνα...Με κέρασ’ ένα ποτό και μου είπε ότι, το “Μαράκι” πέθανε νέα στην Αμερική, από άσχημη αρρώστια!

Στις “ρότσες”, (τα βράχια κάτω απ’ το Grand Hotel) μια μέρα, έσωσα από βέβαιο πνιγμό την κόρη του Βασίλη του Ρωμαίου, που πρέπει να ήταν 4-5 χρονών τότε. Οι γονείς της που έκαναν μπάνιο πιο κάτω, την έχασαν κι άρχισαν να τη φωνάζουν, όταν εντελώς τυχαία, την είδα μεσ’ τη θάλασσα ακίνητη με ανοιχτά τα χέρια να βουλιάζει και μόνο τα μαλλιά της έπλεαν ακόμα στην επιφάνεια. Χωρίς να σκεφτώ καθόλου, μπήκα γρήγορα με τα ρούχα στο νερό μέχρι τα γόνατα κι απλώνοντας το χέρι μου όσο μπορούσα, την άρπαξα απ’ τα μαλλιά και την τράβηξα έξω. Μαζεύτηκε ο κόσμος για να δουν τι έγινε κι ένοιωσα πολύ περήφανος, που όλοι μου έλεγαν “Μπράβο”, αφού η μικρή γλίτωσε κι εγώ σαν Λυκόπουλο είχα κάνει “μια καλή πράξη”!

Στο ίδιο μέρος, είχα πάει ένα μεσημέρι με τον Νικήτα να πιάσουμε καβουράκια, όταν κάποια στιγμή είδαμε το Νικολιό, τον μικρό του αδερφό, να ‘ρχεται τρεχάλα κατά πάνω μας και να μας φωνάζει: πήγαμε να δούμε τι μας θέλει και λαχανιασμένος μας είπε ότι, έξω απ’ το σπίτι τους που ήταν στις αρχές της Ορφανίδου, εν’ αυτοκίνητο είχε χτυπήσει τον αδερφό τους τον Αντωνάκη. Τρέξαμε αμέσως, να δούμε και να μάθουμε πως και τι έγινε και το θυμάμαι σαν να ‘ταν χθες, που μαζεύτηκε όλ’ η γειτονιά κι αναρωτιόντουσαν αν θα ζήσει ή όχι ο Αντωνάκης τόσο άσχημα που είχε χτυπήσει, αφού τον είχε παρασύρει το αυτοκίνητο και χτύπησε με το κεφάλι σε μια κοφτερή μεγάλη πέτρα.

Ο Αντωνάκης έζησε τελικά! Αλλά από τότε μέχρι σήμερα, έμεινε τυφλός και κουτσός: όμως, αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, θυμάται και ξεχωρίζει τις φωνές όλων,- ακόμα και τη δική μου- αν και συναντιόμαστε μόνο μια φορά το χρόνο κάθε Μεγάλη Παρασκευή που πηγαίνω στα Εισόδια για τον Επιτάφιο. Ακόμα τον κρατά η μητέρα του η κυρά Ευδοκία απ’ το χέρι, αν και μπορεί να πηγαίνει παντού

χωρίς τη βοήθεια της.

.........................

Όταν ο πατέρας μου ήρθε απ’ τη Σύμη να μείνει μόνιμα στη Ρόδο, εργάσθηκε σαν γραμματέας του γνωστού Δικηγόρου Τσαβαρή. Σταμάτησε όμως, αρκετά πριν γεννηθώ εγώ και σ’ έναν πολύ μικρό χώρο,- ίσως τρία επί τρία -κάτω απ’ τη σκάλα του Μεγάρου Βερδελή στη Χαιλέ Σελασιέ, (σήμερα Καρπάθου), ξεκίνησε το πρώτο του ταξιδιωτικό Πρακτορείο. Εκδόσεις Διαβατηρίων και Ναυτικών Φυλλαδίων, Εισιτήρια, Αιτήσεις κι όλα τα συναφή: εκεί μέσα άρχισα να μαθαίνω γραφομηχανή. Ήταν τότε η εποχή της μετανάστευσης: της “μεγάλης φυγής”, που ο κόσμος σαν “καραβάνια” άφηνε τα χωριά του κι έφευγε στο εξωτερικό, σ’ εκείνα τ’ ανθρακωρυχεία της δυτικής