Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

Σελίδα 2

Πρωτοψάλτης στα Εισόδια της Θεοτόκου στο Νιοχώρι της Ρόδου, ήθελε να κάνει και μένα ψάλτη: έτσι, σε νεαρή ηλικία, σχεδόν υποχρεώθηκα να τελειώσω τη Σχολή της Βυζαντινής Μουσικής όπου δίδασκε με τον Πρωτοσύγκελο Αλέξανδρο και τον Μιχάλη Σαρρή, χωρίς όμως ποτέ ν’ ασχοληθώ αργότερα: κι αυτά που

κληρονόμησα απ’ όλη αυτή την ιστορία, εκτός απ’ τα τόσα και τόσα βυζαντινά ακούσματα, ήσαν, η αρκετά πλούσια Bυζαντινή Βιβλιοθήκη του, πολλά απ’ τα γραφτά του κι ίσως και τη φωνή του…..

Άρεσαν πολύ τα πουλιά στον πατέρα μου και κάποια εποχή είχε πάρα πολλά

περιστέρια στη σοφίτα του σπιτιού μας κι ανέβαινα κι εγώ πολλές φορές να τα ταΐσω.

Σ’ ένα μεγάλο ξύλινο στρογγυλό κλουβί είχε μια πέρδικα και σ’ ένα άλλο μικρότερο είχε μια καρδερίνα που τη φώναζε “Κίτσο”: αργότερα είχε κι αρκετά καναρίνια.

Του άρεσαν επίσης πολύ τα κοστούμια, οι γραβάτες, τα στυλό κι οι

κονδυλοφόροι και σε κάθε σακάκι του, μπορεί να ‘βρισκες πάντα δυο – τρεις…

Στη μικρή αποθήκη χωρίς φως που υπήρχε κάτω απ’ την παλιά ξύλινη σκάλα, που οδηγούσε στη σοφίτα κι ήταν βαμμένη σε ανοιχτό μπλε, όπως και τα υπόλοιπα λίγα φτηνά έπιπλα της κουζίνας, βρισκόταν εν’ αρκετά μεγάλο σεντούκι με διάφορα βιβλία, παλιά περιοδικά και “Κλασσικά Εικονογραφημένα”, κάπως λαδωμένα,- μάλλον απ’ τον πολύ καιρό που ήσαν εκεί-: η πόρτα της δεν άνοιγε εντελώς και δύσκολα έβαζα στα τυφλά το χέρι μου βαθιά όσο μπορούσα μέσ’ στο σεντούκι κι έπαιρνα κάθε φορά ένα-δύο και τα διάβαζα τα μεσημέρια. Είχε πάρα πολλά απ’ αυτά ο πατέρας μου κι έτσι, διάβασα την “Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά”, τους “Αθλίους”, το “Σιδηρούν Προσωπείο”, τη “Νήσο των Θησαυρών”, “Πρίγκηψ και φτωχός”, “Τομ Σώγιερ”,

“ ΄Ολιβερ Τουίστ” κι άλλα πολλά... Ήμουνα πολύ μικρός όμως, για να καταλάβω

ακριβώς το νόημά τους.

Η μητέρα μου ήταν πολύ όμορφη στα νιάτα της: δεν ήξερε πολλά γράμματα γιατ’ είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό σχολείο επί Ιταλίας. Ήξερε όμως αρκετά Ιταλικά κι ήταν έξυπνη, καλή μάνα, καλή μαγείρισσα, μας πρόσεχε και νομίζω πως είχε περισσότερη αδυναμία σε μένα, παρά στην Καίτη τη μικρή μου αδερφή. Δεν δούλευε κι ήταν η κλασσική περίπτωση της τότε νοικοκυράς, που έκανε τις δουλειές του σπιτιού και…κουτσομπολιό με τις γειτόνισσες….

Το πίσω μέρος του σπιτιού μας “έβλεπε” στο πίσω μέρος του σπιτιού της

Ανεζούλας κι όταν άνοιγαν τα παράθυρα να ξεσκονίσουν τις κουβέρτες και τα ρούχα,

μιλούσαν με τις ώρες

Αν ήμουν’ άρρωστος, φώναζε την κυρ-Αγγελική τη νοσοκόμα με τα πεταχτά δόντια να μου κάνει ενέσεις, που απ’ την ώρα που την άκουγα ν’ ανεβαίνει τις σκάλες, έβαζα τα κλάματα: κι όταν πια τα σύνεργα κι οι βελόνες της ήσαν έτοιμα στο καυτό νερό που είχε βράσ’ η “γαζιέρα” και την έβλεπα να ‘ρχεται κρατώντας τη σύριγγα στο ένα χέρι και το βρεγμένο βαμβάκι με το μπλε οινόπνευμα στο άλλο να μου τρίψει τον πισινό για την ένεση, τσίριζα: και σφιγγόμουνα τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να μου την κάνει και προσπαθούσε ξανά και ξανά... Όταν πια μεγάλωσα και τη συναντούσα τυχαία καμιά φορά στο δρόμο, μου ‘λεγε με χαμόγελo:«...να ‘ξερες μόνο, πόσες βελόνες μου ‘χεις στραβώσει!...»

O άνδρας της Ανεζούλας, ο Φιλήμονας, -ένας ασπρομάλλης ροδοκόκκινος τύπος- που είχε πάντα μαζί του ένα μαύρο ποδήλατο, έπαιζε ωραία κιθάρα κι έπινε κάτι παραπάνω... Τον έβλεπα συχνά απ’ το παράθυρο μας να τραγουδά και να παίζει την κιθάρα του, έχοντας πάντα ένα μπουκάλι κρασί στο τραπέζι. Τον έβλεπα να πίνει και να τραγουδά και με άλλους μαζί, μέσ’ απ’ τα θολά απ’ την άχνα και την καπνίλα τζάμια του καφενείου του Ιωσήφ, που ήταν απέναντι απ’ το μικρό εστιατόριο του Κατίνα που μ’ έπαιρνε πότε-πότε ο πατέρας μου κι αν με άφηναν οι δικοί μου κάποιο βράδυ στο σπίτι της Ανεζούλας να βγουν’ έξω ή να πάνε σε κάποια επίσκεψη, μ’ άρεσε να πιάνω και να “γρατζουνώ” την κιθάρα του. Είχαν δυο παιδιά: τον Μιχάλη, -που ήταν αρχηγός μας στους Προσκόπους- και την Κική, που σκυφτή στα βιβλία που έβαζε

YouTube - Wonderful Tonight

YouTube - Wonderful Tonight

YouTube - mark knopfler and eric clapton and wonderful tonight

YouTube - mark knopfler and eric clapton and wonderful tonight

YouTube - wonderful tonight

YouTube - wonderful tonight