1
Κόντευε ν’ ανταμώσ’ η νύχτα το πρωί για να χαράξει μι’ ακόμα Κυριακή, όταν γεννήθηκα στις αρχές της δυτικής πλευράς της Ρόδου, σ’ εκείνο το σπίτι με τα δεκαεφτά σκαλιά που το φυσούσε συνέχεια ο αέρας και το ημερολόγιο έδειχνε
12 Νοεμβρίου….
Εκεί μέσα γεννήθηκα: τριάντα μέτρα απ’ τη σχεδόν πάντα φουρτουνιασμένη θάλασσα με τα τουρκουάζ χρώματα, που ήταν κάτω απ’ το πεζοδρόμιο με τις κοντόχοντρες κολώνες και τις διαπερνούσε ένα στρογγυλό σίδερο. Μεσ’ τα νερά της έμαθα να κολυμπώ για να κάνω βουτιές απ’ το σιδερένιο μουράγιο με τα παλιά χοντρά μαδέρια.
Σ’ εκείνη την παλιά ξύλινη πόρτα του σπιτιού, χτυπούσε ο γαλατάς κάθε πρωί κι ο Κυρ-Φάνης, που με το μπλε σκούρο ανοιχτό φορτηγό του, μας έφερνε τον πάγο για το ξύλινο ψυγείο σε κολώνες τυλιγμένες σε τσουβάλια και σ’ εκείνη τη μικρή αυλή με τα σκουριασμένα σιδερένια κάγκελα της εξώπορτας, έζησε κι η Λουλού, το πρώτο μου άσπρο μαλλιαρό σκυλάκι.
Το δωμάτιο μου, έβλεπε προς τα ‘κεί …προς τη θάλασσα: και τα περισσότερα απογέματα, προτιμούσα να βλέπω τ’ όμορφο ηλιοβασίλεμα, ακούγοντας τον αέρα να σφυρίζει, καθώς προσπαθούσε να περάσει απ’ τις χαραμάδες των παλιών ξύλινων ξεθωριασμένων παράθυρων, παρά να διαβάζω και να γράφω τα μαθήματα μου.
Από ‘κείνα τα παράθυρα, έβλεπα τις γειτόνισσες τα καλοκαίρια να χτυπούν με σανίδια πάνω στα γλιστερά βράχια, τις κουρελούδες που είχαν πλύνει στη θάλασσα και τα θαλασσοπούλια να πετάνε τριγύρω aπ’ τις τράτες, περιμένοντας να ξεφύγει κάποιο ψάρι απ’ τα δίχτυα που τραβούσαν οι ψαράδες. Είδα τα χρώματα του απογεματινού ουρανού και τον ήλιο να χάνεται αργά-αργά πίσω απ’ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αμέτρητες φορές και μαζί του είδα χιλιάδες καράβια να ‘ρχονται, να φεύγουν και να χάνονται στον ορίζοντα.
Εκείνο τ’ ορμητικό φύσημα του αέρα τις κρύες νύχτες του χειμώνα, που
έκανε ακόμα πιο έντονο το θρόισμα των αλμυριών του δρόμου, λυγίζοντας τα ανίκανα
ν’ αντισταθούν κλαδιά τους κι έστελνε την αλμύρα σε στάλες, να σμίξουν μ’ εκείνες
της βροχής για να κυλήσουν μαζί αργά κι άτσαλα στα θολά τζάμια του δωματίου μου,
το ασταμάτητο ελαφρύ τρίξιμο των παλιών παραθυρόφυλλων απ’ το μανιασμένο
φύσημα, ο βαρύς χτύπος των κυμάτων στα βράχια, μαζί με τον θόρυβο απ’ το αργό
και μακρύ σύρσιμο-σαν βαθιά ανάσα- της θάλασσας, πάνω στα βότσαλα και την
αμμουδιά προς τα μέσα, για να γίνει κύμα ξανά, με νανούριζαν χρόνια...
Σ’ εκείνη τη γειτονιά μεγάλωσα: στον δρόμο με τ’ αλμύρια: στη Ψαροπούλα....
Μεσ’ τα στενά του Νιοχωριού και στο βουναλάκι έπαιξα “κλέφτες κι αστυνόμους”.
Εκεί κοντά στον μικρό ξυλόφουρνο του Πολυχρόνη του μουστάκα, με το αξέχαστο
τρανταχτό γέλιο, σκονιζόμουνα σαν έπαιζα σβούρες, τάλια και “φιδάκι”: κοντά στα
μικρά μπακάλικα του Παναγιώτη του Χατζηκοσμά του Αταλιώτη, του Λάινα και του
Nισηρίου, πάνω απ’ το “Αμέρικαν Μπαρ” της Ελένης της Ρουμάνας, ανάμεσα στον
“Κάμπο” και τις “Κάτω πέτρες.
O πατέρας μου γεννήθηκε καμπούρης: ήταν όμως ένας καλλίφωνος Ιεροψάλτης κι άριστος θεωρητικός, γιος Παπά κι όλη του η ζωή ήταν η Βυζαντινή Μουσική και τα βιβλία. Ήταν καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής κι οι περισσότεροι Ιεροψάλτες που ψάλλουν ακόμα και σήμερα στη Ρόδο, υπήρξαν μαθητές του.
Του άρεσε πολύ να διδάσκει κι επί Ιταλικής κατοχής, όταν ακόμα ζούσε στη Σύμη όπου γεννήθηκε, δίδασκε στα μικρότερα παιδιά την Ελληνική Γλώσσα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου