πάντα στα γόνατα της, με σταυρωμένα τα χέρια διάβαζε φωναχτά τα μαθήματα της.
Τον παππού μου και τη γιαγιά μου απ’ τη Σύμη, -τους γονείς του πατέρα μου-, δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω: άκουσα όμως πολλές ιστορίες για τον παππού μου τον παπά που ήταν και μαραγκός. Ήταν ένας τεράστιος άνδρας με υπέροχη φωνή, μου έχουν πει Συμιακοί που τον γνώρισαν κι όταν έψαλλε, η φωνή του ακουγόταν απ’ την
Αγία Τριάδα που λειτουργούσε, μέχρι κάτω το Πέδι…
Ήταν ένας πολυφαγάς και καλοφαγάς καλαμπουρτζής, που του άρεσε το ούζο και το κρασί και μπορούσε να τρώει τα ‘χταπόδια και τα ψάρια ωμά και τους αχινούς με τ’ αγκάθια!…
Κάποιο βράδυ, -μου διηγήθηκε μια φορά ο πατέρας μου-, πήρε όλα τα σπουργίτια που χρησιμοποιούσαν για “κράχτες” όταν στήνανε “ξόβεργα”: τα έβγαλε ένα- ένα απ’ τα κλουβιά τους, τα ξεπουπούλιασε και ψιλοκαίοντάς τα στη λάμπα του πετρελαίου, τα έφαγε όλα !
Μι’ άλλη φορά, στην κηδεία ενός παπά, άλλαξε την τελευταία στιγμή το παλιό ξεθωριασμένο καλυμμαύκι του, μ’ εκείνο του πεθαμένου…
Ήταν και παράξενα ιδιότροπος στη δουλειά του και δεν εύρισκε εύκολα “παραγιό” να δουλέψει μαζί του, αν δεν μπορούσε να μαντέψει την επόμενή του κίνηση. Αν π.χ έπιανε καρφιά, έπρεπε ο παραγιός να είχε έτοιμο το σφυρί στα χέρια…
κι αν έπιανε το σφυρί, έπρεπε να είχε έτοιμα τα καρφιά…
Πολλοί άνθρωποι που γνώρισαν τον παππού μου στη Σύμη, μου είπαν πως θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με τα “κατορθώματα” του.
Για τη γιαγιά μου την παπαδιά, άκουσα πως ήταν μια καλοκάγαθη γυναίκα πλάι του. Μια μέρα που μπήκε ένα κάτασπρο περιστέρι στην Εκκλησία, η γιαγιά μου, κάνοντας τον Σταυρό της είπε στον παπά πως μπορεί να ήταν…το Άγιο Πνεύμα ! …«Ποιο Άγιο Πνεύμα βρε παπαδιά!… Κλείσ’ την πόρτα και τα παράθυρα!...» της είπε ο παπάς και κυνήγησε το καημένο το περιστέρι μέχρι που το ‘πιασε και το ‘κανε μεζέ…
Αυτός ήταν ο παππούς μου με το παρατσούκλι “Παπα-Λούφφας”, που πήρα
τ’ όνομά του κι ίσως μερικά απ’ τα παράξενα “χούγια” του….
Τους γονείς της μητέρας μου,- τον παππού μου τον Σακελλάρη που καταγότανε απ’ τη Σύρο και τη γιαγιά μου την Κατερίνα απ’ την Κάλυμνο-, τους θυμάμαι καλά, αφού ο παππούς μου πέθανε το 1978 κι η γιαγιά μου ζει ακόμα.
Πολλά καλοκαίρια σαν ήμουνα μικρός, τα περνούσα μαζί τους στο σπίτι τους στα Λαϊκά απέναντι απ’ τη Σχολή του Νηρέα, που φοιτούσαν τα παιδιά που ήθελαν να γίνουν αξιωματικοί του Εμπορικού Ναυτικού, -καπετάνιοι, μηχανικοί κι ασυρματιστές-εκεί που σήμερα στεγάζεται ο ΡΟΔΑ.
Εκείνα τα σπίτια επί Ιταλίας ήσαν σιταποθήκες κι οι παππούδες μου τότε έμεναν στην παλιά πόλη, - στα “Τούρκικα” όπως έλεγαν-. Όμως, μετά τους σεισμούς του 1952 που έμειναν άστεγοι, -όπως κι άλλοι πολλοί-, τους τα παραχώρησε ο Δήμος για σπίτια: πραγματικά σπίτια όμως τα έκαναν οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι κι οι νοικοκυρές, που τα συμμάζεψαν κι ομόρφυναν τις αυλές τους με διάφορα λουλούδια, άλλα σε μικρές και μεγάλες γλάστρες κι άλλα σε χρωματιστούς τετράγωνους και στρογγυλούς τενεκέδες. Δεν είχαν ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα τότε, παρά μόνο μια γυάλινη λάμπα πετρελαίου και το πλύσιμο γινόταν στη σκάφη με το χέρι, με πράσινο σαπούνι και το σιδέρωμα των ρούχων με το με το σίδερο με τα κάρβουνα και θυμάμαι τη γιαγιά μου να το κουνά πέρα δώθε αρκετή ώρα μέχρι ν’ ανάψει!...
Με τους παππούδες μου, έμενε κι ο μικρός μου θείος ο Παντελής που μάθαινε ράφτης κι ο θείος μου ο Μικές που μάθαινε χρυσοχόος. Ήμουνα μωρό στα χέρια της μάνας μου, όταν ο Μικές πήγε να τρέξει σε κάτι αγώνες με κάτι μηχανάκια “Παπερίνο” στο ποδηλατοδρόμιο κι η μητέρα μου του φώναζε σαν τρελή, να τον κάνει να σταματήσει.
Αργότερα ο Μικές έφυγε μετανάστης στο Σίδνευ της Αυστραλίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου