Ο άλλος μου θείος, ο Κώστας, έμενε μαζί μας και πολλοί τον νόμιζαν
γι’ αδερφό μου: όταν έκοβε το ψωμί με το χέρι και δεν χρησιμοποιούσε το μαχαίρι, τον μάλωνε η μητέρα μου, γιατί το θεωρούσε γρουσουζιά….
Όταν μεγάλωσα και πήρα το δωμάτιό του, πήγε κι αυτός να μείνει με τους γονείς του, αλλά συνέχισε να βοηθά τον πατέρα μου που του έμαθε τη Βυζαντινή
Μουσική, τον έκανε Ψάλτη κι οι φίλοι του, του “κόλλησαν” το παρατσούκλι “Παπαδιά”.
Ήταν το αγαπημένο παιδί του Δεσπότη Σπυρίδωνα κι όταν ο Μενέλαος, ο πανύψηλος αριστερός ψάλτης των Εισοδίων έφυγε στην Αμερική, πήρε τη θέση του: δεξιά, έψαλλε πάντα ο πατέρας μου.
Ο Κώστας, -που ήταν και νονός μου-, είχ’ ένα γυναικείο ποδήλατο και τα μεσημέρια που κοιμόταν, του ‘παιρνα κρυφά το κλειδί που φύλαγε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έκανα βόλτες στη γειτονιά. Ίσα - ίσα έφταναν τα πόδια μου τότε στα
πετάλια και μια φορά που δεν πρόλαβα να πιάσω φρένα σε μια στροφή, τράκαρα
σ’ έναν τοίχο και παραλίγο να σπάσω τα μούτρα μου! Ευτυχώς τη γλίτωσα μόνο με
λίγες γρατσουνιές κι ένα στραμπούληγμα στο χέρι και χρειάστηκε ο Παπά-Κυριάκος
που ήταν “ειδικός”, να μου το κάνει καλά.
Ο παππούς μου ο Σακελλάρης ήταν μαραγκός κι όταν χτιζόταν ο κινηματογράφος “Ορφέας” που ήταν κοντά στο σπίτι του, του πήγαινα το φαγητό
στην καστάνια, τυλιγμένο πάντα σε μια μπλε η κόκκινη καρό πετσέτα.
Όταν πια δεν μπορούσε να δουλεύει στις οικοδομές σκέφτηκε να κάνει
μι’ άλλη δουλειά: μάζευε διάφορα μικρά και μεγάλα κογχύλια από τις παραλίες, τα τρυπούσε μ’ ένα λεπτό σουβλί, τα περνούσε σε μια μισίνα και τα έκανε κολιέ. Έκοβε μικρά κομμάτια καπλαμάδες, έβαζε στη μέση μικρούς στρογγυλούς ή τετράγωνους καθρέφτες και τους στόλιζε γύρω-γύρω με τα διάφορα κογχύλια που κολλούσε με μια κόλλα που έφτιαχνε ο ίδιος, διαλύοντας με ασετόν διάφορα πλαστικά μπουκάλια.
Πήγα αρκετές φορές μαζί του να μαζέψω κογχύλια και τον βοηθούσε κι η γιαγιά μου να φτιάχνει τους καθρέφτες και τα κολιέ. Πουλώντας τα κολιέ και τους καθρέφτες στους τουρίστες, έβγαζαν το μεροκάματο τους. Αργότερα πήραν Άδεια κι είχαν ένα μικρό καροτσάκι στην Πύλη της Ελευθερίας, δίπλα στον λούστρο με το χαλασμένο μάτι που φορούσε πάντα στραβά εν’ άσπρο καπέλο. Μετά το είχαν κοντά στον σταθμό Ταξί και τελευταία είσοδο της Παλιάς Πόλης στα Πλατανάκια.
Ο παππούς μου, έφτιαχνε ένα νόστιμο φαγητό τα χειμωνιάτικα βράδια, με τις ψίχες απ’ το ψωμί που περίσσευε και πρέπει να το ‘φτιαχνε με νερό, λάδι κι αλάτι. Όσες φορές όμως κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να το φτιάξω: ούτε κι η μητέρα μου θυμόταν καλά τη “συνταγή”. Άναβε τα Ροδίτικα “χύμα” τσιγάρα “Λουλουδάκι” που κάπνιζε, μ’ έναν παλιό αναπτήρα με φυτίλι, που μ’ έστελνε συχνά να γεμίσω στο βενζινάδικο του κυρ- Πέτρου και για ταμπακέρα χρησιμοποιούσε ένα παλιό μικρό σιδερένιο κουτί από παστίλιες.
Η γιαγιά μου, ‘ρχόταν ταχτικά στο σπίτι μας στη Ψαροπούλα να πάρει τα ρούχα μας για πλύσιμο να βοηθήσει τη μητέρα μου. Βάζοντάς τα σ’ ένα σεντόνι, τα ‘δενε κόμπο σταυρωτά, ώστε να γίνουν ένας μεγάλος μπόγος που έβαζε στο κεφάλι της και κρατώντας με, με το άλλο χέρι, ανεβαίναμε την ανηφόρα του παλιού Νοσοκομείου, περνούσαμε απ’ την Παύλου Μελά, -που η μισή ήταν ακόμα χωματόδρομος- και φτάναμε σπίτι της στα Λαϊκά, χωρίς να λαχανιάζει…
Κοσκίνιζε, ζύμωνε κι έφτιαχνε μόνη της το σταρένιο εκείνο νόστιμο ψωμί, που παίρναμε μαζί σε μικρές λαμαρίνες στον ξυλόφουρνο του Αη- Γιάννη. Αρκετές φορές πήγαινα μαζί της στο Αρχαίο Στάδιο, όπου μαζί με άλλες γειτόνισσες μάζευε χόρτα και καραβόλους, ενώ εγώ σκαρφάλωνα στα δένδρα να μαζέψω γραμύθια και χαρούπια.
Μ’ έπαιρνε μαζί της κι όταν πήγαινε να δει τον γιο της, τον θείο μου τον Παύλο- αδερφό της μητέρας μου- και τη γυναίκα του -τη θεία μου την Μαρία-, που έμεναν στην Παλιά πόλη με τα παιδιά τους, στο στενό δρομάκι πίσω από το μικρό πατσατζίδικο του “Μερακλή” και πηγαίναμε πάντα με τα πόδια. Περνώντας μπροστά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου