τον Γκρέγκορυ Πεκ και τους άλλους ηθοποιούς που βλέπαμε στο σινεμά και
“μ’ έτρωγε η περιέργεια” να δω πως γυρίζουν τις ταινίες.
Οι γονείς μου, έψαχναν παντού όλη μέρα να με βρουν κι “έφαγα” αρκετό ξύλο που τους έκανα ν’ ανησυχήσουν.
Την περίοδο των Χριστουγέννων στολίζαμε με τη μητέρα μου και την αδερφή μου το δένδρο στο παγωμένο απ’ το κρύο και την υγρασία σαλόνι: έβγαινα κι εγώ με το τριγωνάκι μου να πω τα κάλαντα στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά και με τα χρήματα που μαζεύαμε, παίρναμε διάφορα παιχνίδια. Θυμάμαι πως, μιά χρονιά είχ’ αγοράσει έναν μεγάλο μαύρο φακό που άλλαζε χρώματα και καθόμουνα τις νύχτες κάτω απ’ τη κουβέρτα μου, τον άναβα κι άλλαζα συνέχεια τα χρώματά του, γιατί μ’ άρεσε να βλέπω το σκοτεινό δωμάτιο να γίνεται μια κόκκινο και μια πράσινο, μέχρι που βαριόμουνα και
μ’ έπαιρνε ο ύπνος με αναμμένο τον φακό και μέχρι το πρωί άδειαζαν οι μπαταρίες… Με τις “τρύπιες” πεντάρες, δεκάρες κι εικοσάρες που μας περίσσευαν, παίζαμε με το σβουράκι “Πάρτα Όλα”.
Τις Αποκριές ντυνόμασταν “καμουζέλες” με χάρτινες “μουτσούνες” και μάσκες και τα βράδια γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, να πάρουμε κανένα γλυκό ή μερικά ψιλά: έτσι ντύθηκα πολλές φορές Κάου-μπου και Τσολιάς. Την Καθαρή Δευτέρα, πηγαίναμε συνήθως στο Ροδίνι που μαζευόταν όλος ο κόσμος, να πετάξουμε τους χαρταετούς μας, που φτιάχναμε οι ίδιοι με καλάμια κι ήσαν συνήθως σε μπλε
και άσπρο χρώμα, γιατί τους φτιάχναμε με τα φτηνά μεγάλα μπακαλόχαρτα που κολλούσαμε με αλευρόκολλα.
Την περίοδο του Πάσχα τότε, οι περισσότεροι γονείς, αγόραζαν ζωντανά τα πρόβατα κι όλα τα παιδιά της γειτονιάς τα βοσκούσαμε μέχρι το Μεγάλο Σάββατο που τα έσφαζαν: οι γονείς μου -δεν ξέρω πως- κάθε Πάσχα έφερναν εν’ αρνί απ’ τη Χίο.
Εκείνες τις μέρες, το σπίτι μας γινόταν σαν Εκκλησία! Δεκάδες ανοιχτά Βυζαντινά μουσικά βιβλία υπήρχαν’ ανοιχτά παντού: κορίτσια κι αγόρια απ’ την Αμαράντειο Σχολή και την γειτονιά, μαζευόντουσαν στο σαλόνι του σπιτιού μας κι ο πατέρας μου τους μάθαινε να ψάλλουν τα Εγκώμια για την Μεγάλη Παρασκευή, ενώ για τον εαυτό του διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια, -διαφορετικά κάθε χρόνο- και γράφοντας και δική του μουσική, έκανε πρόβες να τα ψάλλει τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Οι λαμαρίνες, γεμάτες με διάφορα πασχαλινά κουλούρια κι αυγούλες και τις πεντανόστιμες τυρόπιτες με τη Συμιακή συνταγή της γιαγιάς μου, που ζύμωνε κι έφτιαχνε η μητέρα μου με τις γειτόνισσες, πηγαινοερχόντουσαν ασταμάτητα απ’ τον φούρνο του Πολυχρόνη. Περίσσευαν αρκετές ακόμα και μετά τις γιορτές και “βούταγα” κάθε φορά δυο-τρεις απ’ το καλάθι κι ένα-δυο κόκκιν’ αυγά, όταν έτρεχα να ψαρέψω στο μουράγιο με το καλαμίδι μου.
Τη Μεγάλη Πέμπτη, έτρωγα τα “ψεύτικα” ντολμαδάκια που έφτιαχνε η μητέρα μου κaι το βράδυ μετά την λειτουργία, γυρνούσα με τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας μου μέχρι αργά, σ’ όλες τις Εκκλησίες στα μαράσια. Φλερτάραμε και πειράζαμε τα κορίτσια στις άλλες γειτονιές, κλέβαμε μούσμουλα και μισοάγουρα ‘μύγδαλα από τους ξένους κήπους που μύριζαν άνοιξη και κόβαμε άσπρους κρίνους κι άλλα λουλούδια να στολίσουμε τον δικό μας Επιτάφιο, που περίφεραν μ’ ευλάβεια οι μεγάλοι στα στενά του Νιοχωριού την Μεγάλη Παρασκευή. Εμείς ακολουθούσαμε κρατώντας μικρά φαναράκια.
Το βράδυ της Ανάστασης, μετά το “Χριστός Ανέστη” και το τσούγκρισμα των αυγών, όταν πεινασμένος απ’ τη νηστεία της Μεγαλοβδομάδας έτρεχα σπίτι να φάω καυτή τη μαγειρίτσα, που η μυρωδιά της δεν μπορούσε μόνη της να με χορτάσει, ο πατέρας μου έμενε στην Εκκλησία κι έψαλλε μέχρι το πρωί!... Θα μπορούσα να πω, ότι ζούσε για τις μέρες εκείνες!…
Μέχρι σήμερα, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, όπου κι αν βρίσκομαι, μου ‘ρχεται στη σκέψη, πάρα πολύ έντονα.
Κάπως έτσι περνούσαν τότε οι μέρες του Πάσχα και περιμέναμε ανυπόμονα
“ν’ ανοίξουν” οι μέρες και να ‘ρθει “της Αναλήψεως” ν’ αρχίσουμε τα μπάνια! …..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου