Ένα - δυο καλοκαίρια, ο πατέρας μου μας έστειλε για διακοπές στον Πανορμίτη: ξυπόλητος όλη μέρα, έκανα μπάνιο και ψάρευα. Πολλές φορές έτρεχα
ν’ ανέβω στο ψηλό καμπαναριό του μοναστηριού, γιατί μ’ άρεσε να χτυπώ τις καμπάνες όταν έμπαινε κάποιο καράβι ή καΐκι στο λιμάνι, γιατί συνηθιζόταν σαν καλωσόρισμα. Ήσαν τρεις οι καμπάνες με διαφορετικό ήχο η καθεμιά, που έπρεπε να χτυπήσω με κάποιο ρυθμό: έπιανα τα σχοινιά για τις δυο καμπάνες με τα χέρια: την τρίτη που ήταν κι η μεγαλύτερη, έπρεπε να την χτυπήσω τελευταία, πατώντας δυνατά ένα μικρό σανίδι που ήταν δεμένο μ’ ένα σχοινί, που μέσω μιας τροχαλίας κατέληγε
σ’ ένα μηχανισμό που χτυπούσε την καμπάνα. Χτυπούσα δυο φορές τη δεξιά, μια την αριστερή και μια τη μεγάλη με το πόδι: και μετά… μια τη δεξιά, μια την αριστερή και μια τη μεγάλη με το πόδι! Μια αργά, μια γρήγορα… και πάλι ξανά και ξανά: δυό-τρεις… τέσσερις …και πέντε φορές….μέχρι που “κουδούνιζαν” τ’ αυτιά μου…..
Ξυπνούσα νωρίς το πρωί να βάλω τον κύρτο μου μεσ’ τα φύκια και μέχρι το μεσημέρι που τον σήκωνα, ήταν σχεδόν πάντα γεμάτος “γερμανούς”. Έπιανα μετά πεντ’ έξι μεγάλους φελλούς της θάλασσας, τους τρυπούσα στη μέση και περνώντας ένα
μικρό κομμάτι μισίνα μ’ εν’ αγκίστρι, έβαζα για δόλωμα τα έντερα των “γερμανών”.
Έμπαινα σε μια βάρκα με κουπιά ν’ αφήσω τους φελλούς στο λιμάνι και τους
παρακολουθούσα απ’ τη βάρκα: κι όταν άρχιζαν να κυλάνε αργά–αργά πάνω στο κύμα,
καταλάβαινα πως είχε “τσιμπήσει” κάποιο κεφαλόπουλο, ή κάποια ζαργάνα. Έχοντας
“κόντρα” τον φελλό τα ψάρια, δεν μπορούσαν να πάνε μακριά κι έτσι πήγαινα και
τα μάζευα. Αφού τα καθάριζα, τα έβαζα σ’ ένα μεγάλο κουτί κονσέρβας το ένα δίπλα και πάνω στο άλλο με πολύ αλάτι και τ’ άφηνα μερικές μέρες στον ήλιο να γίνουν «αλμυρό». Έτσι μου είχαν μάθει οι μεγαλύτεροι να ψαρεύω και μ’ αυτό τον τρόπο να φτιάχνω “τ’ αλμυρό”… Ήταν πολύ όμορφα στον Πανορμίτη!
Ένα καλοκαίρι, πήγαμε και στην Κάλυμνο που ζούσε η αδερφή της γιαγιάς μου η Βακίνα με την κόρη της τη Σεβαστή και τον γιο της τον Αντώνη, πριν πάνε στην Αμερική.
Στο μικρό σπίτι τους στην εξοχή, που ήταν μέσα σ’ ένα μεγάλο χωράφι, είχαν αρκετά ζώα κι ήταν γεμάτο διάφορα δένδρα. Έκοβα τ’ αμύγδαλα και τα φρέσκα καρύδια που έκαναν τα χέρια μου πράσινα όταν τα καθάριζα. Σπάζοντας τ’ αμύγδαλα, τα χτυπούσα μέσα στο γουδί ανακατεμένα με ζάχαρη και τα έκανα “μαντζούνι”. Ανέβαινα στις συκιές με την αδερφή μου και τη Σεβαστή και κόβαμε κάτι
τεράστια σύκα…«Μπι! ένας σύκαλλος…!» θυμάμαι τη Σεβαστή να φωνάζει με τη βαριά Καλύμνικη προφορά της!
Αρκετά χρόνι’ αργότερα, παντρεύτηκε τον Ανδρέα στα Λέυκαρα της Κύπρου.
Ο πατέρας μου είχε έναν καλό φίλο τον Τζειχούν, που δούλευε σ’ ένα καθαριστήριο ρούχων: ο πεθερός του ο Χασάν, έμενε στο Αρχαίο Στάδιο με την οικογένεια του, σ’ ένα παλιό όμορφο σπίτι και πηγαίναμε ταχτικά τις Κυριακές από νωρίς το πρωί να τους δούμε.
Εκτός απ’ τα διάφορα οπωροκηπευτικά που είχαν φυτεμένα στο χωράφι τους, είχαν και καλαμπόκια, όπου μέσ’ τη ψηλή πρασινάδα τους, τρέχαμε χέρι-χέρι με την Αισέ, -τη μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τζειχούν που είχε περίπου την ίδια ηλικία με μένα,- μια όμορφη καστανόξανθη μακρυμάλλα Τουρκίτσα-, να κρυφτούμε για να φιληθούμε κι όταν μας φώναζαν για να φύγουμε, κάναμε πως κόβαμε καλαμπόκια και τα τρώγαμε ωμά..
Είχαν κι ένα κάρο με άλογο, που ανεβαίναμε οι μικροί με τα πράγματα κι οι άλλοι αργά-αργά με τα πόδια, πηγαίναμε από νωρίς για μπάνιο στην Καλλιθέα, που ο δρόμος της τότε τέλειωνε στο μικρό δασάκι με τ’ αμέτρητα πεύκα κι ήταν πολύ στενός με πολλές στροφές και με τα πεύκα που υπήρχαν δεξιά κι αριστερά του δρόμου κι ενωνόντουσαν ψηλά, νόμιζες πως περνούσες μέσα από μια μεγάλη δροσερή στοά, αφού δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου τον ήλιο, παρά μόνο τις αχτίνες του, που περνούσαν
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου