Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Σελίδα 10

τη λέγαμε “Γουρούνα”, την κόκκινη Φερράρι του Χρονίδη και το κόκκινο Κουπεράκι του Ζαλμά με τον μαύρο “ουρανό”, την γκρίζα Τζάγκουαρ του Μαρκομιχελάκη, την κόκκινη Βόλβο του κοκκινομάλλη Ψίχα και την μπλε σκούρα Αλφέτα του Πέτρου Κουβάτσου που σκοτώθηκε στην τελευταία στροφή πριν τον τερματισμό σε μια “Ανάβαση Φιλερήμου” (υπάρχει μια μαρμάρινη προτομή του σ’ εκείνο το σημείο)

κι ακόμα ένα μικρό ανοιχτόχρωμο θαλασσί NSU (εμείς το λέγαμε “Σπουργιτάκι”), που ‘ρχόταν κάθε χρόνο για τους αγώνες.

Η “Ανάβαση Φιλερήμου” γινόταν Σάββατο και πήγαινα πολύ πρωί με τους φίλους μου να “πιάσω” μια καλή θέση σε κάποιο βράχο σε στροφή για να μπορώ να βλέπω καλύτερα: και την Κυριακή το πρωί που γινότανε το σιρκουί γύρω- γύρω απ’ τα μεσαιωνικά τείχη της πόλης, έπρεπε να ξυπνήσω ακόμα νωρίτερα να προλάβω να πάω στην “Κολώνα” που ήσαν τα “Πιτς”, πριν κλείσουν οι δρόμοι, γιατί μ’ άρεσε να βλέπω την εκκίνηση που τ’ αυτοκίνητα ξεκινούσαν όλα μαζί και ν’ ακούω τον δυνατό θόρυβο

που έκαναν: έπαιρνα μαζί μου ψωμί και τυρί για να φάω, αν πεινούσα.

Αν και μια φορά καμάρωνα που με είχε πάρει ο ίδιος ο Ψίχας στα “Πιτς” με την Βόλβο του, εμένα μ’ άρεσε περισσότερο η Τζάγκουαρ, γι’ αυτό κι είχα γράψει πάνω σ’ ένα μικρό κομμάτι με χαρτόνι τη λέξη “Jaguar”με κεφαλαία και το κάρφωσα με πινέζες μπροστά στο πατίνι μου.

Τα παιχνίδια μας πολλά και διάφορα όπως, μπάλα, μπίλιες, κρυφτό, μπάνιο και κυνηγητό στο μουράγιο, τάλια, “ψείρες”, κουτσό, “κλέφτες κι αστυνόμοι”, “πρώτη ελιά”, σβούρες κι άλλα πολλά.

Μ’ ένα κομμάτι από κεραμίδι, ή από πορτοκαλί σπασμένο πήλινο λαήνι, σχηματίζαμε στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το σπίτι του Γιάγκου και του Μιχάλη, ντάμα κι εννιάπετρο και παίζαμε με άσπρες και μαύρες θαλασσινές πέτρες κι ο πατέρας τους που ήταν καθηγητής στο Θηλέων, μας ζητούσε να κάνουμε ησυχία όταν έκανε τα ιδιαίτερα μαθήματα στα κορίτσια στο σαλόνι τους.

Παίζαμε αμάδες κι ανταλλάζαμε γραμματόσημα, ή κάρτες με ηθοποιούς κι όταν παίζαμε μπάλα, μ’ άρεσε να παίζω τερματοφύλακας: και μια φορά που έβγαλα

απ’ το χέρι το ρολόι μου να μην το σπάσω, το ξέχασα κάτω απ’ την μία απ’ τις δυό πέτρες που χρησιμοποιούσαμε για δοκάρια και το έχασα. Ήταν ένα κουρδιστό Ελβετικό Tavanes, με χρυσαφί πλάκα και καφέ λουράκι κι ήταν το πρώτο ρολόι που μου ‘χε δώσει να φορέσω ο πατέρας μου. Τις σφαλιάρες που “έφαγα” εκείνη τη μέρα, τις έχω ξεχάσει, όχι όμως και το ρολόι!

Σκαρφάλωνα και πηδούσα τον κοντό τοίχο απ’ το βουναλάκι ν’ ανέβω στη μικρή ταράτσα που ήταν το παράθυρο της κουζίνας μας, να πάρω τις μεγάλες φέτες ψωμί που πασάλιυε η μάνα μου με γλυκό, ή λάδι με ζάχαρη: και στις καλύβες που φτιάχναμε με πέτρες, ξύλα, κλαδιά και παλιές λαμαρίνες, στριμωχνόμασταν καθισμένοι σε χαρτόκουτα τ’ απογέματα μέχρι νωρίς το βράδι: και μεσ’ το μισοσκόταδο, ο Νικήτας, το Νικολιό, ο “Μπέπης”, η Γεωργία το “στιχιό”, ο Αλής η “μπανάνα”, η Λένα, ο Κατίρης ο “γρύλλος”, ο Νιώτης, ο Απτούλας, ο Γιάγκος, ο Αγαπητός, ο Σαράντης, η Φλώρα, η Μελιχάτ, τρώγοντας ο ένας απ’ το ψωμί του άλλου, λέγαμε τα παραμύθια που είχαμε ακούσει απ’ τους γονείς μας μέχρι να μας φωνάξουν οι μανάδες μας για ύπνο.

Σκαρφάλωνα επίσης με τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς και στην μεγάλη άσπρη μουριά, που υπήρχε στην μικρή αυλή, στο πίσω μέρος του σπιτιού του κυρ-Πρόδρομου και της κυρά-Ευδοκίας. Εκτός απ’ τα ζουμερά μούρα που τρώγαμε, έκοβα ταχτικά και κάμποσα μουρόφυλλα, για τους μεταξοσκώληκες που είχα σ’ ένα μικρό χάρτινο κουτί από παπούτσια στο σπίτι. Παρακολουθούσα καθημερινά με προσοχή και μεγάλη έκπληξη, πόσο γρήγορα μεγάλωναν εκείνα τα μικρά έντομα, με τι επιδεξιότητα ύφαιναν μετά τα κουκούλια τους και τυλιγόντουσαν μέσα σ’ αυτά και πως ξεπετάγονταν ξαφνικά σαν όμορφες πεταλούδες!

Απ’ το μικρό ψιλικατζίδικο του Πρόδρομου απέναντι απ’ την Αμαράντειο Σχολή, που αγοράζαμε τα πριονάκια για τις σέγες μας για να κόψουμε τους

Δεν υπάρχουν σχόλια: