καπλαμάδες στο μάθημα της χειροτεχνίας του σχολείου, αγοράζαμε και τις φιγούρες του Καραγκιόζη του Μορφονιού και των άλλων: και πίσω από ένα παλιό σεντόνι που χρησιμοποιούσαμε για μπερντέ, ανάβαμε κεριά προσπαθώντας να παίξουμε Θέατρο Σκιών στην αποθήκη του σπιτιού του Θέμου και του Άρη και πολλές φορές, κάπως τα καταφέρναμε…
Αν δεν παριστάναμε τους ήρωες που βλέπαμε στο σινεμά να παίξουμε πόλεμο, παίρνοντας τα σκεπάσματα από παλιά σιδερένια βαρέλια να τα κάνουμε ασπίδες και να φτιάξουμε τα σπαθιά και κοντάρια μας απ’ τα πεταμένα Χριστουγιενιάτικα δέντρα,
τα τόξα μας από βαγιές και τα κράνη μας από μεγάλα στρογγυλά κονσερβοκούτια, παίζαμε πετροπόλεμο: κουρασμένοι απ’ τα πολύωρα παιχνίδια, σαν έγερνε η μέρα, μετά απ’ τις φωνές των μανάδων μας να γυρίσουμε στα σπίτια μας, χωρίζαμε αγαπημένοι χωρίς κακίες, με λερωμένα ρούχα και βρώμικα γρατσουνισμένα πόδια,
-γεμάτοι μύξες πολλές φορές-, ή και με κάποιο καρούμπαλο στο κεφάλι: “τις τρώγαμε” απ’ τις μανάδες μας στο λούσιμο και πέφταμε να κοιμηθούμε, ανέμελοι…….
Τα κρύα βράδια του χειμώνα, μαζευόμασταν μια στο ένα σπίτι και μια στο άλλο: καθισμένοι γύρω - γύρω απ’ το μαγκάλι ψήνοντας κάστανα και στραγάλια,
διαβάζαμε τα κατορθώματα του Γιώργου Θαλάσση της Κατερίνας και του Σπίθα στον “Μικρό Ήρωα” και του Τζιμ Άνταμς της Ντιάνας και του Πεπίτο Γκονζάλες με τα μεγάλ’ αυτιά και τα πεταχτά δόντια στον “Μικρό σερίφη”, ή παίζαμε Τόμπολα και Μουντζούρη.
Στον “Κάμπο”, -το γήπεδο του Α.Ο.Ν- εκεί που σήμερα είναι το Grand Hotel, πηγαίναμε να δούμε τους πιο μεγάλους που έπαιζαν ποδόσφαιρο κι άλλες φορές τους Αμερικάνους “της Φωνής της Αμερικής”, που έπαιζαν μπέηζ μπολ. Πότε-πότε, μας έδιναν τα παλιά τους ρόπαλα και τα ξεφτισμένα τους γάντια αντί να τα πετάξουν
κι εμείς, με τις χαμένες τους μπάλες που είχαμε βρει και δεν τους είχαμε δώσει, προσπαθούσαμε να παίξουμε το ίδιο παιχνίδι στην πλατεία της Ψαροπούλας.
Πολλές φορές, ψάχναμε στα σκουπίδια του “Κάμπου”, μήπως βρούμε κάποιο παιχνίδι πεταμένο απ’ τους Αμερικάνους, ή κανένα φάκελο από γράμμα να βγάλουμε το γραμματόσημο. Κι όταν ‘ρχόταν ο Στόλος και γέμιζε ο τόπος από Αμερικάνους ναύτες, τρέχαμε χωρίς ντροπή κι ευγένεια, να τους κάνουμε “τράκα” τσιγάρο δήθεν για τους πατεράδες μας: “ουάν σίγαρετ πάπα”, τους λέγαμε και τις περισσότερες φορές μας έδιναν και γέμιζα σχεδόν ένα πακέτο με διάφορα Αμερικάνικα τσιγάρα κι αυτά που δεν είχαν φίλτρο, τα έδινα στον παππού μου....
Στο Λιμεναρχείο τότε κάθε Κυριακή, έκαναν “τσούρι” τις κάρτες- προσκλήσεις, για ν’ ανέβουμε με τις “μοτοζάτερες” στο Αεροπλανοφόρο και
τ’ Αντιτορπιλικά του 6ου Στόλου, που αν ήξερα τότε για ποιο λόγο υπάρχουν, δεν
θα ‘τρεχα σαν τρελός να πιάσω το “μαγικό χαρτάκι”.
Κάτω απ’ το σπίτι μας στο “Αμέρικαν Μπαρ”, γινόταν “της τρελής” με τόσους Αμερικάνους ναύτες που μαζευόντουσαν να πιούν και να διασκεδάσουν. Που με τις φωνές, -ίσως και βρισιές- και τη δυνατή μουσική που άκουγαν, δεν μας άφηναν να κοιμηθούμε τα βράδια: κι ένα πρωί που σηκώθηκα να πάω στο σχολείο κι είδα στη
βρεγμένη από την πρωινή δροσιά αυλή του “Αμέρικαν Μπαρ”, να κοιμάται μεθυσμένος σε μια καρέκλα ο Νίκος Λασκαρίδης,-ο φίλος της Ελένης της Ρουμάνας- μ’ ένα μεγάλο μαυρομάνικο μαχαίρι στο ζωνάρι του, τρόμαξα τόσο πολύ, που χωρίς να κοιτώ πίσω μου έφυγα τρεχάλα….
Όσο καιρό έμενε ο Στόλος στο νησί, στο γήπεδο του μπάσκετ του
Παρροδιακού που ήταν ένα μικρό γήπεδο με κοκκινόχωμα,- εκεί που σήμερα είναι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου