νοκ-άουτ μαύρους κι άσπρους Αμερικάνους. Ήσαν πολύ καλοί κι οι δυο τους και δεν τους θυμάμαι να χάνουν.
(Ο Ηλίας είχε μάθει Πυγμαχία στο Σαρλερουά του Βελγίου, που τον είχε στείλει ο πατέρας μου μετανάστη και βγήκε Πρωταθλητής εφήβων. Γύρισε στη Ρόδο, αλλά δεν βρήκε δουλειά κι έφυγε στη Γερμανία όπου βγήκε ξανά πρωταθλητής. Μετά από αρκετά χρόνια γύρισε στη Ρόδο και δούλεψε στο Καζίνο και σήμερα είναι συνταξιούχος. Ο Μάριος, που έφυγε κι αυτός στη Γερμανία, ζει ακόμα εκεί.)
Σ’ εκείνο το γήπεδο γινόντουσαν κι αγώνες πάλης: κι είχα την τύχη να δω τον Καρπόζυλο, τον Λαμπράκη με τις δυνατές κεφαλιές, τον Καρυστινό κι άλλους πολλούς, να παλεύουν με τεράστιους -ξένους μας έλεγαν- παλαιστές, πολλές φορές μασκοφόρους, να τους δένουν στα σχοινιά, να τους χτυπούνε και να τους βγάζουν τις μάσκες!
Τι γινόταν τότε! Τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, μπαίναμε στο γήπεδο απ’ την τρύπα του μαντρότοιχου και παρατώντας τις τσάντες στο κοκκινόχωμα ανεβαίναμε στο ρινγκ και παλεύαμε μεταξύ μας. Και το απόγεμα θέλαμε να συνεχίσουμε στην άμμο
όπου, σχηματίζοντας ένα μικρό ρινγκ βάζοντας καλάμια για γωνιές, προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τους παλαιστές και τις “λαβές” τους….
Συχνά τις Κυριακές μετά την Εκκλησία πηγαίναμε στο Σινεάκ κι η μυρωδιά του φρέσκου ποπ-κορν θυμάμαι πως μου ‘σπαζε τη μύτη. Ο πατέρας του Νικήτα, ο κυρ-Πρόδρομος, -ένας ψηλός λεβεντόκορμος Καλύμνιος-, δούλευε στο σινεμά που πηγαίναμε: έκοβε τα εισιτήρια στην πόρτα αφήνοντας και μένα να περνώ χωρίς να πληρώνω κι όταν ακόμα μεγάλωσα, ποτέ δεν μ’ άφησε να κόψω εισιτήριο: έτσι, πήγαινα συχνά σινεμά κι είδα πάρα πολλές ταινίες. Αρκετές φορές πήγαινα και με τους γονείς μου.
Μικρός, πήγαινα πίσω απ’ τους τελευταίους Στρατιώτες, που με βήμα ακολουθούσαν την μπάντα του Δήμου στο Βωμό της Πατρίδος στη Νομαρχία για την υποστολή της σημαίας και μ’ ένα κομμάτι ξύλο στον ώμο έκανα κι εγώ τον στρατιώτη: ενώ άλλες φορές, πήγαινα πίσω απ’ την μπάντα και προσποιούμουνα πως έπαιζα τύμπανο.
Εκατοντάδες κόσμος πηγαινοερχόταν τότε στο Μαντράκι, απ’ τον Ευαγγελισμό μέχρι τα ταξί, πάνω κάτω, ώρες ολόκληρες! Ήταν κάτι σαν νυφοπάζαρο! Στον τρούλο απέναντι απ’ το Ακταίον, έπαιζε πολλές φορές η μπάντα του Δήμου μετά την υποστολή της σημαίας. Κι όταν οι γονείς μου καθόντουσαν στου Δημητριάδη, ή στο Πανελλήνιο, για το καθιερωμένο παγωτό της Κυριακής, ή πήγαιναν στην “Καλή Καρδιά” του Φώτη για σουτζουκάκια και μπύρες, πήγαινα με την αδερφή μου να παίξουμε κρυφτό και κυνηγητό στη Νέα Αγορά, που τότε ήταν γεμάτη από τα ξύλινα μανάβικα, ή προσπαθούσαμε να μπούμε στις μικρές ψαρόβαρκες που ήσαν αραγμένες στο λιμάνι.
Εκτός απ’ τον Μιχάλη, τον Σταμάτη και τον Βασιλάκο, θυμάμαι και την Γιούλη, ένα μελαχρινό αδύνατο όμορφο κορίτσι με μαύρα κοντά μαλλιά, που ‘ρχότανε να παίξει μαζί μας. Ο πατέρας της θυμάμαι, οδηγούσε έν’ άσπρο μικρό “κατσαριδάκι” που είχε τη ρεζέρβα του πίσω στο καπό.
Άλλες Κυριακές, πηγαίναμε στου Νουρή, ή σε κάποιο άλλο ταβερνάκι, συνήθως σ’ ένα ξύλινο που ήταν μεσ’ τη θάλασσα στα Κρητικά, ειδικά όταν ‘ρχότανε
απ’ την Αθήνα ο Σούκουρης, ο νονός της αδερφής μου, που ήταν συνεργάτης του πατέρα μου.
Τις καθημερινές τα βράδια, όταν οι γονείς μου είχαν να πάνε κάπου, με άφηναν συνήθως στα σπίτια της Ανεζούλας, της Κόμισσας ή της Ευδοκίας. Στης Ανεζούλας, προσπαθούσα να παίξω με την κιθάρα του άνδρα της. Αν με άφηναν
στης Ευδοκίας, καθόμουνα κι έπαιζα με τον Νικήτα και το Νικολιό: κι αν ήταν Δευτέρα, περιμέναμε με αγωνία να πάει η ώρα 10 και 10, για ν’ ακούσουμε στο ραδιόφωνο τις “Αστυνομικές Ιστορίες του Νίκου Φώσκολου” με τον υπαστυνόμο Βαλέ. Στης Κόμισσας, έπαιζα με τον γιο της τον Αγαπητό, πάνω στα ροκανίδια κάτω απ’ τον πάγκο του πατέρα του, που ήταν μαραγκός. Ο Αγαπητός είχε πάθει “τριχωφά” και
στο κεφάλι του που δεν είχε μείνει ούτε μια τρίχα και γυάλιζε σαν “λουξ”, του έβαζε
η μητέρα του μια αλοιφή που βρωμούσε απαίσια και μετά το σκέπαζε μ’ ένα μπλε, ή άσπρο σκουφί. Το παρατσούκλι του ήταν “Ναπολέων” και του το είχε “κολλήσει” ο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου