Κυριακή 6 Απριλίου 2008

Σελίδα 13

Μεμετός, ο μηχανικός στα γκαράζια.

Είχαν κι ένα καφενείο στο μπροστινό μέρος του σπιτιού τους, απέναντι απ’ τον φούρνο του Πολυχρόνη και της χοντρής Μαρίας, που πηγαίναμε αργότερα κι ακούγαμε τα τραγούδια που διαλέγαμε στο Τζουκ-μποξ: υπήρχε κι ένα φλιπεράκι εκεί, αλλά δεν

μ’ άρεσε ιδιαίτερα να παίζω.

Αν οι γονείς μου αργούσαν πολύ να ‘ρθουν να με πάρουν κι έμενα μέχρι αργά

το βράδυ στης Κόμισσας κι ο Αγαπητός είχε πάει για ύπνο, οι δυό αδερφές του, η Σοφία και το “Μαράκι”,- δυό πολύ όμορφες κοπέλες τρία - τέσσερα χρόνια μεγαλύτερες από μας-, μ’ έπαιρναν στο κρεβάτι τους και τσακωνόντουσαν ποια θα με φιλήσει πρώτη. Παρακαλούσα τότε να ‘ρθουν οι γονείς μου το πρωί! Προτιμούσα να με άφηναν πάντα στης Κόμισσας κι ο Αγαπητός να πηγαίνει νωρίς για ύπνο!

Οι αδερφές του, παντρεύτηκαν κι οι δυο με δυο Φιλιπινέζους, που δούλευαν

στον ραδιοφωνικό σταθμό “Voice of America” κι έφυγαν μαζί τους στην Αμερική.

Τον άνδρα της Σοφίας τον έλεγαν Αρέντο κι οδηγούσε μια παλιά μεγάλη κόκκινη Mercury. Τον άλλον δεν τον θυμάμαι... Μετά από πολλά χρόνια, άκουσα πως κι οι δυο χώρισαν…Το “Μαράκι” δεν το είδα ξανά, αλλά τη Σοφία την είδα πριν δυό χρόνια περίπου, στο μπαράκι που έχει κάνει το καφενείο του πατέρα της. Πήγα ένα βράδυ να την δω για λίγο, αλλά μετά τόσα χρόνια και μέσ’ το μισοσκόταδο δεν με γνώρισε, παρά μόνο όταν της είπα ποιος ήμουνα...Με κέρασ’ ένα ποτό και μου είπε ότι, το “Μαράκι” πέθανε νέα στην Αμερική, από άσχημη αρρώστια!

Στις “ρότσες”, (τα βράχια κάτω απ’ το Grand Hotel) μια μέρα, έσωσα από βέβαιο πνιγμό την κόρη του Βασίλη του Ρωμαίου, που πρέπει να ήταν 4-5 χρονών τότε. Οι γονείς της που έκαναν μπάνιο πιο κάτω, την έχασαν κι άρχισαν να τη φωνάζουν, όταν εντελώς τυχαία, την είδα μεσ’ τη θάλασσα ακίνητη με ανοιχτά τα χέρια να βουλιάζει και μόνο τα μαλλιά της έπλεαν ακόμα στην επιφάνεια. Χωρίς να σκεφτώ καθόλου, μπήκα γρήγορα με τα ρούχα στο νερό μέχρι τα γόνατα κι απλώνοντας το χέρι μου όσο μπορούσα, την άρπαξα απ’ τα μαλλιά και την τράβηξα έξω. Μαζεύτηκε ο κόσμος για να δουν τι έγινε κι ένοιωσα πολύ περήφανος, που όλοι μου έλεγαν “Μπράβο”, αφού η μικρή γλίτωσε κι εγώ σαν Λυκόπουλο είχα κάνει “μια καλή πράξη”!

Στο ίδιο μέρος, είχα πάει ένα μεσημέρι με τον Νικήτα να πιάσουμε καβουράκια, όταν κάποια στιγμή είδαμε το Νικολιό, τον μικρό του αδερφό, να ‘ρχεται τρεχάλα κατά πάνω μας και να μας φωνάζει: πήγαμε να δούμε τι μας θέλει και λαχανιασμένος μας είπε ότι, έξω απ’ το σπίτι τους που ήταν στις αρχές της Ορφανίδου, εν’ αυτοκίνητο είχε χτυπήσει τον αδερφό τους τον Αντωνάκη. Τρέξαμε αμέσως, να δούμε και να μάθουμε πως και τι έγινε και το θυμάμαι σαν να ‘ταν χθες, που μαζεύτηκε όλ’ η γειτονιά κι αναρωτιόντουσαν αν θα ζήσει ή όχι ο Αντωνάκης τόσο άσχημα που είχε χτυπήσει, αφού τον είχε παρασύρει το αυτοκίνητο και χτύπησε με το κεφάλι σε μια κοφτερή μεγάλη πέτρα.

Ο Αντωνάκης έζησε τελικά! Αλλά από τότε μέχρι σήμερα, έμεινε τυφλός και κουτσός: όμως, αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, θυμάται και ξεχωρίζει τις φωνές όλων,- ακόμα και τη δική μου- αν και συναντιόμαστε μόνο μια φορά το χρόνο κάθε Μεγάλη Παρασκευή που πηγαίνω στα Εισόδια για τον Επιτάφιο. Ακόμα τον κρατά η μητέρα του η κυρά Ευδοκία απ’ το χέρι, αν και μπορεί να πηγαίνει παντού

χωρίς τη βοήθεια της.

.........................

Όταν ο πατέρας μου ήρθε απ’ τη Σύμη να μείνει μόνιμα στη Ρόδο, εργάσθηκε σαν γραμματέας του γνωστού Δικηγόρου Τσαβαρή. Σταμάτησε όμως, αρκετά πριν γεννηθώ εγώ και σ’ έναν πολύ μικρό χώρο,- ίσως τρία επί τρία -κάτω απ’ τη σκάλα του Μεγάρου Βερδελή στη Χαιλέ Σελασιέ, (σήμερα Καρπάθου), ξεκίνησε το πρώτο του ταξιδιωτικό Πρακτορείο. Εκδόσεις Διαβατηρίων και Ναυτικών Φυλλαδίων, Εισιτήρια, Αιτήσεις κι όλα τα συναφή: εκεί μέσα άρχισα να μαθαίνω γραφομηχανή. Ήταν τότε η εποχή της μετανάστευσης: της “μεγάλης φυγής”, που ο κόσμος σαν “καραβάνια” άφηνε τα χωριά του κι έφευγε στο εξωτερικό, σ’ εκείνα τ’ ανθρακωρυχεία της δυτικής

Δεν υπάρχουν σχόλια: