άφηνε τα χωριά του κι έφευγε στο εξωτερικό, σ’ εκείνα τ’ ανθρακωρυχεία της δυτικής Ευρώπης και στα καράβια, ή στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία: παντού πήγαιναν τότε, να βρουν δουλειά και την τύχη τους, για να φτιάξουν τη ζωή τους.
Ο πατέρας μου έγινε γνωστός σ’ όλη τη Ρόδο. Άφησ’ εκείνο τον μικρό χώρο που ξεκίνησε και μεταφέρθηκε σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο στη Δημητρίου Θεοδωράκη κι άρχισε να συνεργάζεται με το Πρακτορείο “Horizon” της Αθήνας: κι όταν το 1959 ξεκίνησε και καθιερώθηκε το Προ-πό, ήταν από τους πρώτους που πήραν Άδεια στο νησί.
Γράφαμε τα σημεία στα δελτία τρεις φορές τότε: στο Στέλεχος, στη Μήτρα και στο Απόκομμα, αφού δεν υπήρχαν ακόμα τα δελτία με το καρμπόν και τα κόβαμε με το ψαλίδι. Ήμουνα τότε - ας πούμε,- απ’ τα προνομιούχα παιδιά της γειτονιάς, αφού ο πατέρας μου κέρδιζε αρκετά χρήματα. Κι ενώ μερικά απ’ τα γειτονόπουλα
φορούσαν ακόμα μπαλωμένα παντελόνια που κούμπωναν με διαφορετικά κουμπιά,
η μητέρα μου μ’ έντυνε με χειροποίητα ρούχα που έπλεκαν οι Καλόγριες και στο σπίτι είχαμε πιάνο και ‘ρχόταν κάθε τόσο η κυρία Δέσποινα (Δελαπόρτα) να κάνει μαθήματα σε μένα και στη Καίτη, τη μικρή μου αδερφή.
Έτσι, άρχισε να μ’ αρέσει περισσότερο η Ευρωπαϊκή Μουσική απ’ τη Βυζαντινή: αλλά, τα μονότονα μαθήματα του πιάνου και της Κλασσικής μουσικής, τα βαρέθηκα. Και παρόλο που ο πατέρας μου επέμενε να συνεχίσω, τέσσερα περίπου χρόνια μετά, τα παράτησα…Η αδερφή μου όμως, που της άρεσε πάρα πολύ το πιάνο συνέχισε και σήμερα είναι καθηγήτρια πιάνου κι έχει δικό της Ωδείο.
Μετά το Δημοτικό, πήγα στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο Αρρένων και φόρεσα κι εγώ το πηλήκιο που φορούσαμε τότε. Τα πηλήκια του Γυμνάσιου είχαν σαν έμβλημα την κουκουβάγια και τα πηλήκια της Εμπορικής (Αργότερα Οικονομικό), είχαν ένα φίδι. Παράλληλα πήγαινα και στη Γαλλική σχολή των Fréres, Saint Jean Baptiste, που ήταν στη Λοχαγού Φανουράκη.
Για να πάω στο Γυμνάσιο έπαιρνα το λεωφορείο της “Πόλεως” που περνούσε απ’ το βενζινάδικο του κυρ-Πέτρου στην πλατεία της Ψαροπούλας στις 8 πάρα 10 κι αν δεν το προλάβαινα, έπαιρνα του “Ροδινιού” που περνούσε στις 8 και 5. Γυρνούσα σπίτι βιαστικά πάντα με τα πόδια, να προλάβω ν’ ακούσω τα Λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο, πριν πάω στα Γαλλικά, γιατ’ είχε μια εκπομπή κάθε μέρα στις τρεις πάρα τέταρτο. Από το Τelefunken εκείνο - που έχω ακόμα στην αποθήκη-, άκουγα συχνά και το “Θέατρο της Τετάρτης”.
Oι γονείς μου γνώρισαν μια οικογένεια απ’ την Κρήτη: ο άνδρας ήταν δημόσιος υπάλληλος και με τη γυναίκα του τη Μάρω, -που πρέπει να ήταν τότε περίπου 25-28 χρονών- είχαν ένα μικρό παιδί. Μαζί τους έμενε κι η μικρή αδερφή της Μάρως, η Χριστίνα, που πήγαινε στην Τετάρτη Γυμνάσιου στην Εμπορική Σχολή κι ήταν λίγο χοντρούλα και ξανθιά όπως η Μάρω, αλλά με μακριά μαλλιά που συνήθως έδενε κότσο. Ήταν αρκετά όμορφη με γαλανά μάτια και φορούσε ένα ζευγάρι λεπτά γυαλιά. Έμεναν κοντά στο τέλος της Ορφανίδου σ’ ένα μικρό παλιό σπίτι απέναντι απ’ το παλιό Γηροκομείο κι όταν πήγαινα στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, η Μάρω κι η Χριστίνα ‘ρχόντουσαν σπίτι μας και με βοηθούσαν στα μαθήματα μου. Η Μάρω, όταν τελειώναμε και μου ‘λεγε “Μπράβο”, με χάιδευε τρυφερά στο κεφάλι, όταν ξαφνικά μια μέρα, άρχισε να με φιλά στα χείλη! Εγώ που ήμουνα ακόμα “μια σταλιά” ξαφνιάστηκα και ντροπιασμένος την κοιτούσα στα μάτια αμήχανα χωρίς να ξέρω τι να πω και τι να κάνω: κοιτάζοντάς με μ’ ένα παράξενο χαμόγελο, με αγκάλιασε κι άρχισε να με φιλά ξανά. Από τότε, γινόταν το ίδιο κάθε φορά μετά το διάβασμα και τρελαινόμουνα μόνο με τη σκέψη ότι θα ‘ρχόταν ξανά η στιγμή που θα ‘νοιωθα την ανάσα της να κοντεύει σιγά-σιγά στο λαιμό μου, γιατί εκείνη την ώρα, η καρδιά μου άρχιζε αργά-αργά, να χτυπά πιο γρήγορα!
Συνήθισα όμως και μ’ άρεσε κι αν κάποια μέρα δεν ‘ρχόταν σπίτι, έπαιρνα τα βιβλία μου κι έτρεχα να πάω εγώ στο δικό της…(Την μικρή ελιά που είχε, στο αριστερό πάνω μέρος των χειλιών της, δεν θα την ξεχάσω…! )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου