Τρίτη 8 Απριλίου 2008
Σελίδα 16
2
Στο Γυμνάσιο γνώρισα κι έκανα κι άλλους φίλους: τα μικρά ποδήλατα
που ‘νοικιάζαμε τις Κυριακές, άλλαξαν κι έγιναν μηχανάκια, βέσπες και κόκκινες Φλορέττες με τρεις ταχύτητες στο χέρι και νικελένια Ζούνταπ, που όμως μας ‘νοίκιαζαν παράνομα, αφού δεν είχαμε Δίπλωμα. Τα ‘νοικιάζαμε με 2,50 Δρχ. την
ώρα δυό – δυό, δίνοντας από 5 δραχμές ο καθένας, να κάνουμε τη “φιγούρα” μας
στα κορίτσια κι “αλωνίζαμε” όλο το νησί…Όλοι σχεδόν στην παρέα αρχίσαμε να καπνίζουμε: τα παντελόνια μου “μάκρυναν”: το διάφανο χνούδι στο πρόσωπο μου, άρχισε να γίνεται μαύρες τρίχες και το χέρι μου έτρεμε τον πρώτο καιρό, όταν προσπαθούσα να τις κόψω με το ξυράφι....
Αρχίσαμε δειλά-δειλά, να πηγαίνουμε και στα στενά του Αη -Φανούρη στα σπίτια με τα “κόκκινα φωτά!”… Μετά, στου Αλή για σουβλάκια και σουτζουκάκια,
ή σε κανένα φτηνό εστιατόριο της Παλιάς Πόλης. Κι ύστερα για γλυκό, ή λουκουμάδες στου Βάλλα: αν μας περίσσευαν μερικά ψιλά, συμπλήρωνε ο ένας το χαρτζιλίκι του άλλου και πηγαίναμε σε κανένα σινεμά.
Τα Μίκυ Μάους κι οι ταινίες όπως Χοντρός-Λιγνός, Σαρλώ, Ταρζάν και τα “Επίκαιρα” που βλέπαμε στο Σινεάκ, έδωσαν τη θέση τους σε “Ακατάλληλες” αστυνομικές καουμπόικες και πολεμικές ταινίες: κι όταν πηγαίναμε στο Εθνικό κι ανεβαίναμε στον εξώστη να μπορούμε να καπνίζουμε στα σκοτεινά, μας κυνηγούσε ο Πανορμίτης με το κομμένο χέρι.
“Τα ‘φτιαξα” με τη Γεωργία: μια καστανόξανθη λεπτoκαμωμένη γλυκιά κοπελίτσα, που είχ’ ένα μικρό κόκκινο σημαδάκι στη μύτη κι έμενε κοντά στον “Κάμπο”. Συνήθως την περίμενα στα σκοτεινά μέσα σε κάτι χαλάσματα κοντά στο σπίτι της να γυρίσει απ’ τα ψώνια, ή απ’ το φούρνο που την έστελνε η μητέρα της: φιλιόμασταν, λέγαμε για λίγο τα δικά μας και μετά έτρεχε στο σπίτι. Τα “χαλάσαμε” χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο: ήμουνα η πρώτη της αγάπη!
Σήμερα, η Γεωργία είναι συνταξιούχος του ΟΤΕ: κι όταν τη βλέπω που και που τυχαία στο δρόμο, χαιρετιόμαστε καλόκαρδα.
Μια Κυριακή, τέσσερις από την παρέα, ‘νοικιάσαμε δυο Βεσπάκια απ’ του Ζαχάρη και πήγαμε στη Φιλέρημο για κόντρες: καθόμασταν δυό-δυό: o Γιάννης η “Κότα” με τον Γιάννη τον Μπότσα στο ένα κι εγώ με τον Στέλιο τη “Μαούνα” στο άλλο: οδηγούσα εγώ όταν ανεβαίναμε: όταν κατεβαίναμε, καθόμουνα πίσω απ’ τον Στέλιο κι ήμασταν πίσω απ’ τους άλλους, όταν ο Στέλιος άνοιξε ταχύτητα να τους προσπεράσει, αλλά σε μια κλειστή στροφή όταν είδε ξαφνικά ν’ ανεβαίνει ένα Πούλμαν με τουρίστες, “τα ’χασε”!…Δεν τρακάραμε μετωπικά: το τιμόνι όμως της Βέσπας βρήκε στο αριστερό μέρος του Πούλμαν, του έξυσε σχεδόν όλη την αριστερή πλευρά, ο Στέλιος έχασε την ισορροπία και το Βεσπάκι πέφτοντας στ’ αριστερά μας πλάκωσε τα πόδια και κυλιόμασταν στην άσφαλτο για περίπου 10-
το φανάρι και το Βεσπάκι είχε “τσαλακωθεί” σ’ όλη την αριστερή του πλευρά!
Προσπαθώντας να ισιώσουμε το τιμόνι, κατεβήκαμε σιγά-σιγά στα Τριάντα και καθίσαμε σ’ ένα καφενείο όπου μας έφεραν οινόπνευμα κι ιώδιο και μ’ έναν επίδεσμο τύλιξα το πόδι μου: υπέφερ’ απ’ τον πόνο! Πηγαίνοντας να δώσουμε το Βεσπάκι, η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ την αγωνία! Ο Ζαχάρης, όταν είδε σε τι χάλια ήταν το μπλε μηχανάκι, βάζοντας τις φωνές, το κοιτούσε γύρω-γύρω τραβώντας τα μαλλιά του απελπισμένος και τελικά μας είπε πως έπρεπε να πληρώσουμε 3.000 Δρχ. για τις ζημιές! Που θα βρίσκαμε εμείς τόσα χρήματα! Συμφωνήσαμε να του δίνουμε κάθε βδομάδα, 10-20 δρχ.(!) απ’ το χαρτζιλίκι μας μέχρι να τον ξεχρεώσουμε! Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο, ή να υποσχεθούμε κάτι παραπάνω!
Πήγα σπίτι, άλλαξα ρούχα κρυφά κι έβαλα καινούργιες κάλτσες να σκεπάσω το τραύμα μου: δεν είπα τίποτα στους γονείς μου και το πόδι μου με πονούσε ακόμα… Δυο-τρεις μέρες αργότερα, η μητέρα μου που πρόσεξε πως ανέβαινα τα σκαλιά του
σπιτιού μας αργά με δυσκολία, κουτσαίνοντας κι ακουμπώντας στον τοίχο, με ρώτησε
τι είχα πάθει και της είπα ότ’ είχα χτυπήσει παίζοντας μπάλα. Δεν με πίστεψε όμως και το μεσημέρι που έβγαλα τα ρούχα μου κι έπεσα να κοιμηθώ, ήρθε κοντά στο κρεβάτι μου και σηκώνοντας απότομα το σεντόνι που με σκέπαζε, είδε τον ματωμένο ακόμα επίδεσμο που μου τύλιγε το πόδι. Δεν μπορούσα να της κρύψω άλλο την αλήθεια και της είπα τι είχε συμβεί την Κυριακή στην Φιλέρημο. Ξετύλιξε προσεχτικά τον επίδεσμο και μόλις είδε το τραύμα μου, βάζοντας τις φωνές με σήκωσε άρον-άρον και πήγαμε στο Νοσοκομείο να μου το περιποιηθούν καλύτερα.
Το βράδυ το είπε στον πατέρα μου, που έγινε έξαλλος και μου έριξ’ ένα χέρι ξύλο και την επόμενη μέρα, ήρθε στο Γυμνάσιο μ’ ένα σουγιά κι έψαχνε να βρει τον Στέλιο να τον… σκοτώσει!… Μετά πήγε στον Ζαχάρη και του είπε να σταματήσει να μας ζητά τα χρήματα για τις ζημιές, γιατί θα πήγαινε στην Αστυνομία να πει πως, μας ‘νοίκιασε τα μηχανάκια χωρίς να ‘χουμε δίπλωμα και θα ‘βρισκε τον μπελά του που λίγο έλειψε να σκοτωθούμε.
Στενοχωρήθηκα πολύ εκείνη τη μέρα, όχι τόσο για τον Ζαχάρη και τα χρήματα που τελικά δεν θα έπαιρνε, αλλά για τον Στέλιο που τον κυνηγούσε ο πατέρας μου και γίναμε ρεζίλη στο Γυμνάσιο και θα έκανε αρκετές μέρες να μου μιλήσει. Συγχρόνως όμως, είχε φύγει ένα βάρος από πάνω μου!
Το τραύμα μου άρχισε σιγά-σιγά να περνά, αλλά το σημάδι στο πόδι μου
απ’ το τρακάρισμα εκείνο, υπάρχει ακόμα…
Στο Γυμνάσιο μ’ άρεσε ο στίβος κι έτρεχα 60 και 100 μέτρα: ήμουν’ αρκετά καλός και γράφτηκα στον “Κολοσσό”. Πήγαινα ταχτικά για προπόνηση στο Στάδιο κι έτρεχα στις ημερίδες και στους αγώνες που γινόντουσαν. Θυμάμαι μια φορά που πήγε η μητέρα μου στην Αθήνα, της ζήτησα να μου φέρει “καρφιά” και μου έφερε ένα ζευγάρι μπλε με άσπρο. Το ρεκόρ μου στα
Έτσι, σιγά-σιγά, περνούσε ο καιρός: μεγάλωνα κι άλλαζαν οι Κυριακές, οι συνήθειες μου κι ο χαραχτήρας μου.
Έπαιρνα το κυριακάτικο χαρτζιλίκι απ’ τον πατέρα μου που ήταν 30 Δρχ.- ένα ασημένιο εικοσάρικο κι ένα δεκάρικο-, που έβαζα πάντα μέσα σ’ ένα μικρό μπλε πλαστικό πορτοφόλι και το απόγεμα μετά το λίγο διάβασμα, συναντιόμουνα με τους άλλους της παρέας για να πάμε στο γήπεδο αν είχε παιχνίδι, ή να ‘νοικιάσουμε μηχανάκια.
Μέχρι την Τρίτη Γυμνάσιου καλά τα πήγαινα: δεν ήμουν’ άριστος μαθητής, αλλά, αν και δεν διάβαζα πολύ, “περνούσα” τις τάξεις. Στην Τετάρτη όμως, άρχισα να κρύβομαι πίσω απ’ την πλάτη του μπροστινού μου στην τάξη, για ν’ αποφεύγω τα μάτια των καθηγητών και να μην με βγάζουν στο μάθημα, αφού δεν διάβαζα σχεδόν καθόλου και προτιμούσα να κάνω “κοπάνες”, για να πηγαίνω στο κοτέτσι που είχαν
καθαρίσει σ’ ένα χτήμα του Αντώνη Αντώνωφ στον Αη- Γιάννη οι “Beavers”, που ήσαν
ένα απ’ τα πρώτα ερασιτεχνικά συγκροτήματα που έγιναν στη Ρόδο κι έκαναν πρόβες
εκεί.
Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Σελίδα 15
πάνω μέρος των χειλιών της, δεν θα την ξεχάσω…! )
Λίγο αργότερα και χωρίς να καταλάβω πως, άρχισε να γίνεται το ίδιο κι ακόμα περισσότερο και με τη Χριστίνα την αδερφή της και δεν ξέρω αν έλεγε κάτι η μιά στην άλλη: εγώ πάντως δεν τολμούσα να πω τίποτα σε κανέναν... Ποιος θα με πίστευε άλλωστε;!...Ήταν ένα μυστικό που κράτησα μόνο για τον εαυτό μου!
Με τη Χριστίνα “δεθήκαμε” περισσότερο: πηγαίναμε συχνά οι δυό μας σινεμά και σ’ όλη την διάρκεια του έργου της κρατούσα σφιχτά το χέρι κάτω απ’ τη μπλούζα
που άφηνε στα γόνατα της κι έβλεπα στην οθόνη χωρίς πολλές φορές να προσέχω το
έργο, που περίμενα πως και πως να τελειώσει, για να πάμε σπίτι και ν’ αρχίσουμε ξανά τα φιλιά….
Ένα βράδυ, με πήρε μαζί της σ’ ένα αποκριάτικο πάρτυ: ήταν το πρώτο πάρτυ που θα πήγαινα κι είχα μεγάλη αγωνία να δω τι γίνετ’ εκεί. Kι αφού δεν ήξερα ούτε καν να χορεύω, καθόμουν’ αμίλητος σε μια καρέκλα αποφεύγοντας να κοιτώ όταν κάποιος την έπαιρνε απ’ το χέρι να χορέψουν αγκαλιά στο μισοσκόταδο ανάμεσα στ’ άλλα ζευγάρια και παρακαλούσα να συμβεί “κάτι”, για να σταματήσουν όλα εκεί! Το πάρτυ όμως δεν έλεγε να σταματήσει! Αντίθετα το κέφι “άναβε” κι εγώ δεν μπορούσα να πω ή να κάνω κάτι, ώσπου δεν άντεξ’ άλλο και κάποια στιγμή σηκώθηκα, βγήκα έξω και κάθισα μόνος στο πεζοδρόμιο. Μάλλον απ’ την έκφραση του προσώπου μου, θα πρέπει κατάλαβε πως ζήλευα, γιατί μετ’ από λίγο ήρθε και κάθισε δίπλα μου και με ρώτησε με χαμόγελο χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά τι είχε συμβεί. Της είπ’ απλά πως, βγήκα να πάρω λίγο αέρα κι ότι μπορούσε να μείνει στο πάρτυ αν ήθελε κι εγώ θα ‘φευγα μόνος, αφού το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά. Κατάλαβε όμως ότι, δεν εννοούσα αυτά που έλεγα και χαμογελώντας με φίλησε στο μάγουλο: αφήνοντάς με για λίγο μόνο, γύρισε με την τσάντα της και με πήρε απ’ το χέρι να φύγουμε. Με πήγε σπίτι της και στο ντιβάνι που
υπήρχε στην κουζίνα, άρχισε να με φιλά ασταμάτητα κι εγώ ντρεπόμουνα να της πω κάτι, αφού δεν ήξερα πως να της εξηγήσω “αυτό” που ένοιωθα μέσα μου όλο εκείνο
τον καιρό κι η ζήλεια μου το είχε κάνει να φουντώσει περισσότερο εκείνο το βράδυ!
Φοβόμουνα ότι θα με κορόιδευε, αν της έλεγα πως την αγαπούσα! Φορούσα ακόμα κοντά παντελόνια!…Έπρεπε όμως να το ‘ξερε χωρίς να της το πω!…..
Πέρασε έτσι ένας χρόνος περίπου και στενοχωρήθηκα πολύ όταν μου είπε πως θα γυρνούσε στην Κρήτη, όταν πήρε μετάθεση ο άνδρας της Μάρως και θα πήγαινε μαζί τους να τελειώσει εκεί το Γυμνάσιο και βούρκωσα όταν μου έδωσε μια φωτογραφία της να τη θυμάμαι και με φίλησε για τελευταία φορά……
Κρατούσα τη φωτογραφία της μαζί μου για πολύ καιρό και την κοιτούσα συχνά με νοσταλγία....αλλά όλα είχαν τελειώσει πια!...Έφυγε και δεν την είδα ξανά
από τότε !
Η φωτογραφία μπορεί να χάθηκε ανάμεσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου μου, τη Χριστίνα όμως, δεν την ξέχασα….
Κυριακή 6 Απριλίου 2008
Σελίδα 14
άφηνε τα χωριά του κι έφευγε στο εξωτερικό, σ’ εκείνα τ’ ανθρακωρυχεία της δυτικής Ευρώπης και στα καράβια, ή στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία: παντού πήγαιναν τότε, να βρουν δουλειά και την τύχη τους, για να φτιάξουν τη ζωή τους.
Ο πατέρας μου έγινε γνωστός σ’ όλη τη Ρόδο. Άφησ’ εκείνο τον μικρό χώρο που ξεκίνησε και μεταφέρθηκε σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο στη Δημητρίου Θεοδωράκη κι άρχισε να συνεργάζεται με το Πρακτορείο “Horizon” της Αθήνας: κι όταν το 1959 ξεκίνησε και καθιερώθηκε το Προ-πό, ήταν από τους πρώτους που πήραν Άδεια στο νησί.
Γράφαμε τα σημεία στα δελτία τρεις φορές τότε: στο Στέλεχος, στη Μήτρα και στο Απόκομμα, αφού δεν υπήρχαν ακόμα τα δελτία με το καρμπόν και τα κόβαμε με το ψαλίδι. Ήμουνα τότε - ας πούμε,- απ’ τα προνομιούχα παιδιά της γειτονιάς, αφού ο πατέρας μου κέρδιζε αρκετά χρήματα. Κι ενώ μερικά απ’ τα γειτονόπουλα
φορούσαν ακόμα μπαλωμένα παντελόνια που κούμπωναν με διαφορετικά κουμπιά,
η μητέρα μου μ’ έντυνε με χειροποίητα ρούχα που έπλεκαν οι Καλόγριες και στο σπίτι είχαμε πιάνο και ‘ρχόταν κάθε τόσο η κυρία Δέσποινα (Δελαπόρτα) να κάνει μαθήματα σε μένα και στη Καίτη, τη μικρή μου αδερφή.
Έτσι, άρχισε να μ’ αρέσει περισσότερο η Ευρωπαϊκή Μουσική απ’ τη Βυζαντινή: αλλά, τα μονότονα μαθήματα του πιάνου και της Κλασσικής μουσικής, τα βαρέθηκα. Και παρόλο που ο πατέρας μου επέμενε να συνεχίσω, τέσσερα περίπου χρόνια μετά, τα παράτησα…Η αδερφή μου όμως, που της άρεσε πάρα πολύ το πιάνο συνέχισε και σήμερα είναι καθηγήτρια πιάνου κι έχει δικό της Ωδείο.
Μετά το Δημοτικό, πήγα στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο Αρρένων και φόρεσα κι εγώ το πηλήκιο που φορούσαμε τότε. Τα πηλήκια του Γυμνάσιου είχαν σαν έμβλημα την κουκουβάγια και τα πηλήκια της Εμπορικής (Αργότερα Οικονομικό), είχαν ένα φίδι. Παράλληλα πήγαινα και στη Γαλλική σχολή των Fréres, Saint Jean Baptiste, που ήταν στη Λοχαγού Φανουράκη.
Για να πάω στο Γυμνάσιο έπαιρνα το λεωφορείο της “Πόλεως” που περνούσε απ’ το βενζινάδικο του κυρ-Πέτρου στην πλατεία της Ψαροπούλας στις 8 πάρα 10 κι αν δεν το προλάβαινα, έπαιρνα του “Ροδινιού” που περνούσε στις 8 και 5. Γυρνούσα σπίτι βιαστικά πάντα με τα πόδια, να προλάβω ν’ ακούσω τα Λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο, πριν πάω στα Γαλλικά, γιατ’ είχε μια εκπομπή κάθε μέρα στις τρεις πάρα τέταρτο. Από το Τelefunken εκείνο - που έχω ακόμα στην αποθήκη-, άκουγα συχνά και το “Θέατρο της Τετάρτης”.
Oι γονείς μου γνώρισαν μια οικογένεια απ’ την Κρήτη: ο άνδρας ήταν δημόσιος υπάλληλος και με τη γυναίκα του τη Μάρω, -που πρέπει να ήταν τότε περίπου 25-28 χρονών- είχαν ένα μικρό παιδί. Μαζί τους έμενε κι η μικρή αδερφή της Μάρως, η Χριστίνα, που πήγαινε στην Τετάρτη Γυμνάσιου στην Εμπορική Σχολή κι ήταν λίγο χοντρούλα και ξανθιά όπως η Μάρω, αλλά με μακριά μαλλιά που συνήθως έδενε κότσο. Ήταν αρκετά όμορφη με γαλανά μάτια και φορούσε ένα ζευγάρι λεπτά γυαλιά. Έμεναν κοντά στο τέλος της Ορφανίδου σ’ ένα μικρό παλιό σπίτι απέναντι απ’ το παλιό Γηροκομείο κι όταν πήγαινα στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, η Μάρω κι η Χριστίνα ‘ρχόντουσαν σπίτι μας και με βοηθούσαν στα μαθήματα μου. Η Μάρω, όταν τελειώναμε και μου ‘λεγε “Μπράβο”, με χάιδευε τρυφερά στο κεφάλι, όταν ξαφνικά μια μέρα, άρχισε να με φιλά στα χείλη! Εγώ που ήμουνα ακόμα “μια σταλιά” ξαφνιάστηκα και ντροπιασμένος την κοιτούσα στα μάτια αμήχανα χωρίς να ξέρω τι να πω και τι να κάνω: κοιτάζοντάς με μ’ ένα παράξενο χαμόγελο, με αγκάλιασε κι άρχισε να με φιλά ξανά. Από τότε, γινόταν το ίδιο κάθε φορά μετά το διάβασμα και τρελαινόμουνα μόνο με τη σκέψη ότι θα ‘ρχόταν ξανά η στιγμή που θα ‘νοιωθα την ανάσα της να κοντεύει σιγά-σιγά στο λαιμό μου, γιατί εκείνη την ώρα, η καρδιά μου άρχιζε αργά-αργά, να χτυπά πιο γρήγορα!
Συνήθισα όμως και μ’ άρεσε κι αν κάποια μέρα δεν ‘ρχόταν σπίτι, έπαιρνα τα βιβλία μου κι έτρεχα να πάω εγώ στο δικό της…(Την μικρή ελιά που είχε, στο αριστερό πάνω μέρος των χειλιών της, δεν θα την ξεχάσω…! )
Σελίδα 13
Μεμετός, ο μηχανικός στα γκαράζια.
Είχαν κι ένα καφενείο στο μπροστινό μέρος του σπιτιού τους, απέναντι απ’ τον φούρνο του Πολυχρόνη και της χοντρής Μαρίας, που πηγαίναμε αργότερα κι ακούγαμε τα τραγούδια που διαλέγαμε στο Τζουκ-μποξ: υπήρχε κι ένα φλιπεράκι εκεί, αλλά δεν
μ’ άρεσε ιδιαίτερα να παίζω.
Αν οι γονείς μου αργούσαν πολύ να ‘ρθουν να με πάρουν κι έμενα μέχρι αργά
το βράδυ στης Κόμισσας κι ο Αγαπητός είχε πάει για ύπνο, οι δυό αδερφές του, η Σοφία και το “Μαράκι”,- δυό πολύ όμορφες κοπέλες τρία - τέσσερα χρόνια μεγαλύτερες από μας-, μ’ έπαιρναν στο κρεβάτι τους και τσακωνόντουσαν ποια θα με φιλήσει πρώτη. Παρακαλούσα τότε να ‘ρθουν οι γονείς μου το πρωί! Προτιμούσα να με άφηναν πάντα στης Κόμισσας κι ο Αγαπητός να πηγαίνει νωρίς για ύπνο!
Οι αδερφές του, παντρεύτηκαν κι οι δυο με δυο Φιλιπινέζους, που δούλευαν
στον ραδιοφωνικό σταθμό “Voice of America” κι έφυγαν μαζί τους στην Αμερική.
Τον άνδρα της Σοφίας τον έλεγαν Αρέντο κι οδηγούσε μια παλιά μεγάλη κόκκινη Mercury. Τον άλλον δεν τον θυμάμαι... Μετά από πολλά χρόνια, άκουσα πως κι οι δυο χώρισαν…Το “Μαράκι” δεν το είδα ξανά, αλλά τη Σοφία την είδα πριν δυό χρόνια περίπου, στο μπαράκι που έχει κάνει το καφενείο του πατέρα της. Πήγα ένα βράδυ να την δω για λίγο, αλλά μετά τόσα χρόνια και μέσ’ το μισοσκόταδο δεν με γνώρισε, παρά μόνο όταν της είπα ποιος ήμουνα...Με κέρασ’ ένα ποτό και μου είπε ότι, το “Μαράκι” πέθανε νέα στην Αμερική, από άσχημη αρρώστια!
Στις “ρότσες”, (τα βράχια κάτω απ’ το Grand Hotel) μια μέρα, έσωσα από βέβαιο πνιγμό την κόρη του Βασίλη του Ρωμαίου, που πρέπει να ήταν 4-5 χρονών τότε. Οι γονείς της που έκαναν μπάνιο πιο κάτω, την έχασαν κι άρχισαν να τη φωνάζουν, όταν εντελώς τυχαία, την είδα μεσ’ τη θάλασσα ακίνητη με ανοιχτά τα χέρια να βουλιάζει και μόνο τα μαλλιά της έπλεαν ακόμα στην επιφάνεια. Χωρίς να σκεφτώ καθόλου, μπήκα γρήγορα με τα ρούχα στο νερό μέχρι τα γόνατα κι απλώνοντας το χέρι μου όσο μπορούσα, την άρπαξα απ’ τα μαλλιά και την τράβηξα έξω. Μαζεύτηκε ο κόσμος για να δουν τι έγινε κι ένοιωσα πολύ περήφανος, που όλοι μου έλεγαν “Μπράβο”, αφού η μικρή γλίτωσε κι εγώ σαν Λυκόπουλο είχα κάνει “μια καλή πράξη”!
Στο ίδιο μέρος, είχα πάει ένα μεσημέρι με τον Νικήτα να πιάσουμε καβουράκια, όταν κάποια στιγμή είδαμε το Νικολιό, τον μικρό του αδερφό, να ‘ρχεται τρεχάλα κατά πάνω μας και να μας φωνάζει: πήγαμε να δούμε τι μας θέλει και λαχανιασμένος μας είπε ότι, έξω απ’ το σπίτι τους που ήταν στις αρχές της Ορφανίδου, εν’ αυτοκίνητο είχε χτυπήσει τον αδερφό τους τον Αντωνάκη. Τρέξαμε αμέσως, να δούμε και να μάθουμε πως και τι έγινε και το θυμάμαι σαν να ‘ταν χθες, που μαζεύτηκε όλ’ η γειτονιά κι αναρωτιόντουσαν αν θα ζήσει ή όχι ο Αντωνάκης τόσο άσχημα που είχε χτυπήσει, αφού τον είχε παρασύρει το αυτοκίνητο και χτύπησε με το κεφάλι σε μια κοφτερή μεγάλη πέτρα.
Ο Αντωνάκης έζησε τελικά! Αλλά από τότε μέχρι σήμερα, έμεινε τυφλός και κουτσός: όμως, αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, θυμάται και ξεχωρίζει τις φωνές όλων,- ακόμα και τη δική μου- αν και συναντιόμαστε μόνο μια φορά το χρόνο κάθε Μεγάλη Παρασκευή που πηγαίνω στα Εισόδια για τον Επιτάφιο. Ακόμα τον κρατά η μητέρα του η κυρά Ευδοκία απ’ το χέρι, αν και μπορεί να πηγαίνει παντού
χωρίς τη βοήθεια της.
.........................
Σάββατο 5 Απριλίου 2008
Σελίδα 12
νοκ-άουτ μαύρους κι άσπρους Αμερικάνους. Ήσαν πολύ καλοί κι οι δυο τους και δεν τους θυμάμαι να χάνουν.
(Ο Ηλίας είχε μάθει Πυγμαχία στο Σαρλερουά του Βελγίου, που τον είχε στείλει ο πατέρας μου μετανάστη και βγήκε Πρωταθλητής εφήβων. Γύρισε στη Ρόδο, αλλά δεν βρήκε δουλειά κι έφυγε στη Γερμανία όπου βγήκε ξανά πρωταθλητής. Μετά από αρκετά χρόνια γύρισε στη Ρόδο και δούλεψε στο Καζίνο και σήμερα είναι συνταξιούχος. Ο Μάριος, που έφυγε κι αυτός στη Γερμανία, ζει ακόμα εκεί.)
Σ’ εκείνο το γήπεδο γινόντουσαν κι αγώνες πάλης: κι είχα την τύχη να δω τον Καρπόζυλο, τον Λαμπράκη με τις δυνατές κεφαλιές, τον Καρυστινό κι άλλους πολλούς, να παλεύουν με τεράστιους -ξένους μας έλεγαν- παλαιστές, πολλές φορές μασκοφόρους, να τους δένουν στα σχοινιά, να τους χτυπούνε και να τους βγάζουν τις μάσκες!
Τι γινόταν τότε! Τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, μπαίναμε στο γήπεδο απ’ την τρύπα του μαντρότοιχου και παρατώντας τις τσάντες στο κοκκινόχωμα ανεβαίναμε στο ρινγκ και παλεύαμε μεταξύ μας. Και το απόγεμα θέλαμε να συνεχίσουμε στην άμμο
όπου, σχηματίζοντας ένα μικρό ρινγκ βάζοντας καλάμια για γωνιές, προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τους παλαιστές και τις “λαβές” τους….
Συχνά τις Κυριακές μετά την Εκκλησία πηγαίναμε στο Σινεάκ κι η μυρωδιά του φρέσκου ποπ-κορν θυμάμαι πως μου ‘σπαζε τη μύτη. Ο πατέρας του Νικήτα, ο κυρ-Πρόδρομος, -ένας ψηλός λεβεντόκορμος Καλύμνιος-, δούλευε στο σινεμά που πηγαίναμε: έκοβε τα εισιτήρια στην πόρτα αφήνοντας και μένα να περνώ χωρίς να πληρώνω κι όταν ακόμα μεγάλωσα, ποτέ δεν μ’ άφησε να κόψω εισιτήριο: έτσι, πήγαινα συχνά σινεμά κι είδα πάρα πολλές ταινίες. Αρκετές φορές πήγαινα και με τους γονείς μου.
Μικρός, πήγαινα πίσω απ’ τους τελευταίους Στρατιώτες, που με βήμα ακολουθούσαν την μπάντα του Δήμου στο Βωμό της Πατρίδος στη Νομαρχία για την υποστολή της σημαίας και μ’ ένα κομμάτι ξύλο στον ώμο έκανα κι εγώ τον στρατιώτη: ενώ άλλες φορές, πήγαινα πίσω απ’ την μπάντα και προσποιούμουνα πως έπαιζα τύμπανο.
Εκατοντάδες κόσμος πηγαινοερχόταν τότε στο Μαντράκι, απ’ τον Ευαγγελισμό μέχρι τα ταξί, πάνω κάτω, ώρες ολόκληρες! Ήταν κάτι σαν νυφοπάζαρο! Στον τρούλο απέναντι απ’ το Ακταίον, έπαιζε πολλές φορές η μπάντα του Δήμου μετά την υποστολή της σημαίας. Κι όταν οι γονείς μου καθόντουσαν στου Δημητριάδη, ή στο Πανελλήνιο, για το καθιερωμένο παγωτό της Κυριακής, ή πήγαιναν στην “Καλή Καρδιά” του Φώτη για σουτζουκάκια και μπύρες, πήγαινα με την αδερφή μου να παίξουμε κρυφτό και κυνηγητό στη Νέα Αγορά, που τότε ήταν γεμάτη από τα ξύλινα μανάβικα, ή προσπαθούσαμε να μπούμε στις μικρές ψαρόβαρκες που ήσαν αραγμένες στο λιμάνι.
Εκτός απ’ τον Μιχάλη, τον Σταμάτη και τον Βασιλάκο, θυμάμαι και την Γιούλη, ένα μελαχρινό αδύνατο όμορφο κορίτσι με μαύρα κοντά μαλλιά, που ‘ρχότανε να παίξει μαζί μας. Ο πατέρας της θυμάμαι, οδηγούσε έν’ άσπρο μικρό “κατσαριδάκι” που είχε τη ρεζέρβα του πίσω στο καπό.
Άλλες Κυριακές, πηγαίναμε στου Νουρή, ή σε κάποιο άλλο ταβερνάκι, συνήθως σ’ ένα ξύλινο που ήταν μεσ’ τη θάλασσα στα Κρητικά, ειδικά όταν ‘ρχότανε
απ’ την Αθήνα ο Σούκουρης, ο νονός της αδερφής μου, που ήταν συνεργάτης του πατέρα μου.
Τις καθημερινές τα βράδια, όταν οι γονείς μου είχαν να πάνε κάπου, με άφηναν συνήθως στα σπίτια της Ανεζούλας, της Κόμισσας ή της Ευδοκίας. Στης Ανεζούλας, προσπαθούσα να παίξω με την κιθάρα του άνδρα της. Αν με άφηναν
στης Ευδοκίας, καθόμουνα κι έπαιζα με τον Νικήτα και το Νικολιό: κι αν ήταν Δευτέρα, περιμέναμε με αγωνία να πάει η ώρα 10 και 10, για ν’ ακούσουμε στο ραδιόφωνο τις “Αστυνομικές Ιστορίες του Νίκου Φώσκολου” με τον υπαστυνόμο Βαλέ. Στης Κόμισσας, έπαιζα με τον γιο της τον Αγαπητό, πάνω στα ροκανίδια κάτω απ’ τον πάγκο του πατέρα του, που ήταν μαραγκός. Ο Αγαπητός είχε πάθει “τριχωφά” και
στο κεφάλι του που δεν είχε μείνει ούτε μια τρίχα και γυάλιζε σαν “λουξ”, του έβαζε
η μητέρα του μια αλοιφή που βρωμούσε απαίσια και μετά το σκέπαζε μ’ ένα μπλε, ή άσπρο σκουφί. Το παρατσούκλι του ήταν “Ναπολέων” και του το είχε “κολλήσει” ο
Σελίδα 11
καπλαμάδες στο μάθημα της χειροτεχνίας του σχολείου, αγοράζαμε και τις φιγούρες του Καραγκιόζη του Μορφονιού και των άλλων: και πίσω από ένα παλιό σεντόνι που χρησιμοποιούσαμε για μπερντέ, ανάβαμε κεριά προσπαθώντας να παίξουμε Θέατρο Σκιών στην αποθήκη του σπιτιού του Θέμου και του Άρη και πολλές φορές, κάπως τα καταφέρναμε…
Αν δεν παριστάναμε τους ήρωες που βλέπαμε στο σινεμά να παίξουμε πόλεμο, παίρνοντας τα σκεπάσματα από παλιά σιδερένια βαρέλια να τα κάνουμε ασπίδες και να φτιάξουμε τα σπαθιά και κοντάρια μας απ’ τα πεταμένα Χριστουγιενιάτικα δέντρα,
τα τόξα μας από βαγιές και τα κράνη μας από μεγάλα στρογγυλά κονσερβοκούτια, παίζαμε πετροπόλεμο: κουρασμένοι απ’ τα πολύωρα παιχνίδια, σαν έγερνε η μέρα, μετά απ’ τις φωνές των μανάδων μας να γυρίσουμε στα σπίτια μας, χωρίζαμε αγαπημένοι χωρίς κακίες, με λερωμένα ρούχα και βρώμικα γρατσουνισμένα πόδια,
-γεμάτοι μύξες πολλές φορές-, ή και με κάποιο καρούμπαλο στο κεφάλι: “τις τρώγαμε” απ’ τις μανάδες μας στο λούσιμο και πέφταμε να κοιμηθούμε, ανέμελοι…….
Τα κρύα βράδια του χειμώνα, μαζευόμασταν μια στο ένα σπίτι και μια στο άλλο: καθισμένοι γύρω - γύρω απ’ το μαγκάλι ψήνοντας κάστανα και στραγάλια,
διαβάζαμε τα κατορθώματα του Γιώργου Θαλάσση της Κατερίνας και του Σπίθα στον “Μικρό Ήρωα” και του Τζιμ Άνταμς της Ντιάνας και του Πεπίτο Γκονζάλες με τα μεγάλ’ αυτιά και τα πεταχτά δόντια στον “Μικρό σερίφη”, ή παίζαμε Τόμπολα και Μουντζούρη.
Στον “Κάμπο”, -το γήπεδο του Α.Ο.Ν- εκεί που σήμερα είναι το Grand Hotel, πηγαίναμε να δούμε τους πιο μεγάλους που έπαιζαν ποδόσφαιρο κι άλλες φορές τους Αμερικάνους “της Φωνής της Αμερικής”, που έπαιζαν μπέηζ μπολ. Πότε-πότε, μας έδιναν τα παλιά τους ρόπαλα και τα ξεφτισμένα τους γάντια αντί να τα πετάξουν
κι εμείς, με τις χαμένες τους μπάλες που είχαμε βρει και δεν τους είχαμε δώσει, προσπαθούσαμε να παίξουμε το ίδιο παιχνίδι στην πλατεία της Ψαροπούλας.
Πολλές φορές, ψάχναμε στα σκουπίδια του “Κάμπου”, μήπως βρούμε κάποιο παιχνίδι πεταμένο απ’ τους Αμερικάνους, ή κανένα φάκελο από γράμμα να βγάλουμε το γραμματόσημο. Κι όταν ‘ρχόταν ο Στόλος και γέμιζε ο τόπος από Αμερικάνους ναύτες, τρέχαμε χωρίς ντροπή κι ευγένεια, να τους κάνουμε “τράκα” τσιγάρο δήθεν για τους πατεράδες μας: “ουάν σίγαρετ πάπα”, τους λέγαμε και τις περισσότερες φορές μας έδιναν και γέμιζα σχεδόν ένα πακέτο με διάφορα Αμερικάνικα τσιγάρα κι αυτά που δεν είχαν φίλτρο, τα έδινα στον παππού μου....
Στο Λιμεναρχείο τότε κάθε Κυριακή, έκαναν “τσούρι” τις κάρτες- προσκλήσεις, για ν’ ανέβουμε με τις “μοτοζάτερες” στο Αεροπλανοφόρο και
τ’ Αντιτορπιλικά του 6ου Στόλου, που αν ήξερα τότε για ποιο λόγο υπάρχουν, δεν
θα ‘τρεχα σαν τρελός να πιάσω το “μαγικό χαρτάκι”.
Κάτω απ’ το σπίτι μας στο “Αμέρικαν Μπαρ”, γινόταν “της τρελής” με τόσους Αμερικάνους ναύτες που μαζευόντουσαν να πιούν και να διασκεδάσουν. Που με τις φωνές, -ίσως και βρισιές- και τη δυνατή μουσική που άκουγαν, δεν μας άφηναν να κοιμηθούμε τα βράδια: κι ένα πρωί που σηκώθηκα να πάω στο σχολείο κι είδα στη
βρεγμένη από την πρωινή δροσιά αυλή του “Αμέρικαν Μπαρ”, να κοιμάται μεθυσμένος σε μια καρέκλα ο Νίκος Λασκαρίδης,-ο φίλος της Ελένης της Ρουμάνας- μ’ ένα μεγάλο μαυρομάνικο μαχαίρι στο ζωνάρι του, τρόμαξα τόσο πολύ, που χωρίς να κοιτώ πίσω μου έφυγα τρεχάλα….
Όσο καιρό έμενε ο Στόλος στο νησί, στο γήπεδο του μπάσκετ του
Παρροδιακού που ήταν ένα μικρό γήπεδο με κοκκινόχωμα,- εκεί που σήμερα είναι
Σελίδα 10
τη λέγαμε “Γουρούνα”, την κόκκινη Φερράρι του Χρονίδη και το κόκκινο Κουπεράκι του Ζαλμά με τον μαύρο “ουρανό”, την γκρίζα Τζάγκουαρ του Μαρκομιχελάκη, την κόκκινη Βόλβο του κοκκινομάλλη Ψίχα και την μπλε σκούρα Αλφέτα του Πέτρου Κουβάτσου που σκοτώθηκε στην τελευταία στροφή πριν τον τερματισμό σε μια “Ανάβαση Φιλερήμου” (υπάρχει μια μαρμάρινη προτομή του σ’ εκείνο το σημείο)
κι ακόμα ένα μικρό ανοιχτόχρωμο θαλασσί NSU (εμείς το λέγαμε “Σπουργιτάκι”), που ‘ρχόταν κάθε χρόνο για τους αγώνες.
Η “Ανάβαση Φιλερήμου” γινόταν Σάββατο και πήγαινα πολύ πρωί με τους φίλους μου να “πιάσω” μια καλή θέση σε κάποιο βράχο σε στροφή για να μπορώ να βλέπω καλύτερα: και την Κυριακή το πρωί που γινότανε το σιρκουί γύρω- γύρω απ’ τα μεσαιωνικά τείχη της πόλης, έπρεπε να ξυπνήσω ακόμα νωρίτερα να προλάβω να πάω στην “Κολώνα” που ήσαν τα “Πιτς”, πριν κλείσουν οι δρόμοι, γιατί μ’ άρεσε να βλέπω την εκκίνηση που τ’ αυτοκίνητα ξεκινούσαν όλα μαζί και ν’ ακούω τον δυνατό θόρυβο
που έκαναν: έπαιρνα μαζί μου ψωμί και τυρί για να φάω, αν πεινούσα.
Αν και μια φορά καμάρωνα που με είχε πάρει ο ίδιος ο Ψίχας στα “Πιτς” με την Βόλβο του, εμένα μ’ άρεσε περισσότερο η Τζάγκουαρ, γι’ αυτό κι είχα γράψει πάνω σ’ ένα μικρό κομμάτι με χαρτόνι τη λέξη “Jaguar”με κεφαλαία και το κάρφωσα με πινέζες μπροστά στο πατίνι μου.
Τα παιχνίδια μας πολλά και διάφορα όπως, μπάλα, μπίλιες, κρυφτό, μπάνιο και κυνηγητό στο μουράγιο, τάλια, “ψείρες”, κουτσό, “κλέφτες κι αστυνόμοι”, “πρώτη ελιά”, σβούρες κι άλλα πολλά.
Μ’ ένα κομμάτι από κεραμίδι, ή από πορτοκαλί σπασμένο πήλινο λαήνι, σχηματίζαμε στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το σπίτι του Γιάγκου και του Μιχάλη, ντάμα κι εννιάπετρο και παίζαμε με άσπρες και μαύρες θαλασσινές πέτρες κι ο πατέρας τους που ήταν καθηγητής στο Θηλέων, μας ζητούσε να κάνουμε ησυχία όταν έκανε τα ιδιαίτερα μαθήματα στα κορίτσια στο σαλόνι τους.
Παίζαμε αμάδες κι ανταλλάζαμε γραμματόσημα, ή κάρτες με ηθοποιούς κι όταν παίζαμε μπάλα, μ’ άρεσε να παίζω τερματοφύλακας: και μια φορά που έβγαλα
απ’ το χέρι το ρολόι μου να μην το σπάσω, το ξέχασα κάτω απ’ την μία απ’ τις δυό πέτρες που χρησιμοποιούσαμε για δοκάρια και το έχασα. Ήταν ένα κουρδιστό Ελβετικό Tavanes, με χρυσαφί πλάκα και καφέ λουράκι κι ήταν το πρώτο ρολόι που μου ‘χε δώσει να φορέσω ο πατέρας μου. Τις σφαλιάρες που “έφαγα” εκείνη τη μέρα, τις έχω ξεχάσει, όχι όμως και το ρολόι!
Σκαρφάλωνα και πηδούσα τον κοντό τοίχο απ’ το βουναλάκι ν’ ανέβω στη μικρή ταράτσα που ήταν το παράθυρο της κουζίνας μας, να πάρω τις μεγάλες φέτες ψωμί που πασάλιυε η μάνα μου με γλυκό, ή λάδι με ζάχαρη: και στις καλύβες που φτιάχναμε με πέτρες, ξύλα, κλαδιά και παλιές λαμαρίνες, στριμωχνόμασταν καθισμένοι σε χαρτόκουτα τ’ απογέματα μέχρι νωρίς το βράδι: και μεσ’ το μισοσκόταδο, ο Νικήτας, το Νικολιό, ο “Μπέπης”, η Γεωργία το “στιχιό”, ο Αλής η “μπανάνα”, η Λένα, ο Κατίρης ο “γρύλλος”, ο Νιώτης, ο Απτούλας, ο Γιάγκος, ο Αγαπητός, ο Σαράντης, η Φλώρα, η Μελιχάτ, τρώγοντας ο ένας απ’ το ψωμί του άλλου, λέγαμε τα παραμύθια που είχαμε ακούσει απ’ τους γονείς μας μέχρι να μας φωνάξουν οι μανάδες μας για ύπνο.
Σκαρφάλωνα επίσης με τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς και στην μεγάλη άσπρη μουριά, που υπήρχε στην μικρή αυλή, στο πίσω μέρος του σπιτιού του κυρ-Πρόδρομου και της κυρά-Ευδοκίας. Εκτός απ’ τα ζουμερά μούρα που τρώγαμε, έκοβα ταχτικά και κάμποσα μουρόφυλλα, για τους μεταξοσκώληκες που είχα σ’ ένα μικρό χάρτινο κουτί από παπούτσια στο σπίτι. Παρακολουθούσα καθημερινά με προσοχή και μεγάλη έκπληξη, πόσο γρήγορα μεγάλωναν εκείνα τα μικρά έντομα, με τι επιδεξιότητα ύφαιναν μετά τα κουκούλια τους και τυλιγόντουσαν μέσα σ’ αυτά και πως ξεπετάγονταν ξαφνικά σαν όμορφες πεταλούδες!
Απ’ το μικρό ψιλικατζίδικο του Πρόδρομου απέναντι απ’ την Αμαράντειο Σχολή, που αγοράζαμε τα πριονάκια για τις σέγες μας για να κόψουμε τους
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Σελίδα 9
ανάμεσα απ’ το πυκνό φύλλωμα. Οι μεγάλοι σ’ όλη τη διαδρομή έλεγαν αστεία και
τραγουδούσαν: έπιανα κι εγώ τα γκέμια που και που ….
Όταν πια φτάναμε, πριν καλά-καλά οι μεγάλοι κατεβάσουν τα πράγματα,
απ’ το κάρο, πηδούσα και βγάζοντας γρήγορα τα ρούχα και τα παπούτσια μου, έτρεχα στα παγωμένα πεντακάθαρα νερά της Καλλιθέας κι έκανα μπάνιο όλη μέρα, γιατί
μ’ άρεσε να ‘μαι στη θάλασσα με τη μάσκα και να μαζεύω πατελίδες και κοχλιούς
απ’ τα βράχια. Και το μεσημέρι, που οι μεγάλοι άναβαν φωτιά κι έψηναν ψάρια και ‘χταπόδια κάνοντας τον τόπο να μοσχοβολά με τη μυρωδιά τους, με φώναζε από
ψηλά η μητέρα μου με την τσιριχτή φωνή της για το μεσημεριανό φαγητό κι εγώ προσπαθούσα να τρέξω να πάω γρήγορα: ξυπόλυτος όμως όπως ήμουνα, με τη
μάσκα στο ένα χέρι και το κουβαδάκι μου στο άλλο, πονούσα και παραπατούσα προσπαθώντας να τρέξω πάνω στα κοφτερά βράχια. Σταματούσα και προσεχτικά
μην τυχόν και γλιστρήσω, έβαζα τα πόδια μου να καλμάρουνε στα στάσιμα ζεστά
νερά που υπήρχαν σε μερικά σημεία των βράχων κι όταν τελικά έφτανα στην καυτή άμμο που μου τσουρούφλιζε τα πόδια, ανέβαινα τρεχάτος την ανηφοριά μέχρι τα πεύκα, προσέχοντας μην πατήσω κάποιο αγκάθι.
Με σκούπιζε και με σκέπαζε με την πετσέτα η μητέρα μου ενώ “τουρτούριζα” ακόμα και τα δόντια μου χτυπούσαν απ’ το κρύο: τα δάχτυλά μου ήσαν ζαρωμένα μετά τόσες ώρες στο νερό κι έτρωγα με μεγάλη όρεξη απ’ τα ψάρια και τα ‘χταπόδια. Προτιμούσα όμως περισσότερο, τα νόστιμα κεφτεδάκια και τις μελιτζάνες της μητέρας μου, που έφερνε απ’ το σπίτι.
Kι όταν αργά το απόγεμα που έπεφτε ο ήλιος παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, με το σχεδόν γεμάτο πατελίδες και κοχλιούς κουβαδάκι μου στο χέρι,
ανέβαινα απ’ τους πρώτους στο κάρο, με τα μάτια μου να κλείνουν απ’ τη γλυκιά
κούραση της μέρας: έγερνα κι ακουμπούσα το κεφάλι μου στην Αισέ και με το ελαφρύ κούνημα του κάρου και νανούρισμα το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών και τον αργό ρυθμό του ποδοβολητού του αλόγου, μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος…….
Η Αισέ, παντρεύτηκε γύρω στα 18 κι έφυγε στη Τουρκία…Δεν την είδα ξανά…
Τα καλοκαίρια, φτιάχναμε τα πατίνια μας με ξύλινες μικρές σανίδες και τα χαλασμένα ρουλεμάν που μας έδιναν απλόχερα ο Μαστρο-Φραντζής, -ένας ασπρομάλλης συμπαθητικός γεράκος- κι ο Μεμετός, που ήσαν μηχανικοί αυτοκινήτων στα γκαράζια στην γειτονιά μας, πάντα μουτζουρωμένοι μέσα στις βρώμικες μπλε φόρμες που φορούσαν. Έκαναν έναν πολύ δυνατό θόρυβο εκείνα τα πατίνια, κυρίως όταν ήμασταν τέσσερις-πέντε μαζί. Κι εμείς, αντί να βάζουμε γράσο στα ρουλεμάν
να είναι ο θόρυβος πιο σιγανός, αντίθετα βάζαμε πετρέλαιο να γίνονται πιο γρήγορα. Έτσι όμως, ο θόρυβος γινόταν μεγαλύτερος. Ανεβαίναμε στο Μόντε Σμιθ, στο Σημάφορο που έλεγαν τότε, όπου υπήρχε κι ένα μεγάλο στρογγυλό άσπρο χτίσμα, που νομίζω πως ήταν παλιό παρατηρητήριο -εκεί που σήμερα είναι στημένες οι κεραίες των Τηλεοράσεων - κι από ‘κει, πάνω στα πατίνια, κατεβαίναμε μέχρι τη γειτονιά μας.
Μετ’ ανεβαίναμε πάλι στο Μόντε Σμιθ και κάναμε ακούραστα το ίδιο ξανά και ξανά!
Κι όταν κατεβαίναμε τη μεγάλη κατηφόρα του Νοσοκομείου για να πάμε ακόμα πιο γρήγορα, μας κυνηγούσε ο φύλακας, γιατί ο δυνατός θόρυβος που έκαναν τα πατίνια μας ενοχλούσε τους ασθενείς κι ειδοποιούσε την αστυνομία. “Ο Αλέκος!...ο Αλέκος!..” φωνάζαμε σαστισμένοι μεταξύ μας, όταν ακούγαμε από μακριά τον ήχο της γκρίζας Χάρλευ του Τροχονόμου και παίρνοντας γρήγορα τα πατίνια μας παραμάσχαλα, εξαφανιζόμασταν!....
“Τρώγαμε τα σίδερα” τότε μ’ εκείνα τα πατίνια και στα σάνταλα και στα παπούτσια, μας έβαζαν πέταλα!!
Ο Αλέκος ο τροχονόμος, αρκετά χρόνια μετά, δούλεψε οδηγός στην Ολυμπιακή.
Τότε, γινόντουσαν κι αγώνες αυτοκινήτων στη Ρόδο και γέμιζε η πόλη με