Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

YouTube - Ghost - Unchained melody

YouTube - Ghost - Unchained melody

Σελίδα 8

Ένα - δυο καλοκαίρια, ο πατέρας μου μας έστειλε για διακοπές στον Πανορμίτη: ξυπόλητος όλη μέρα, έκανα μπάνιο και ψάρευα. Πολλές φορές έτρεχα

ν’ ανέβω στο ψηλό καμπαναριό του μοναστηριού, γιατί μ’ άρεσε να χτυπώ τις καμπάνες όταν έμπαινε κάποιο καράβι ή καΐκι στο λιμάνι, γιατί συνηθιζόταν σαν καλωσόρισμα. Ήσαν τρεις οι καμπάνες με διαφορετικό ήχο η καθεμιά, που έπρεπε να χτυπήσω με κάποιο ρυθμό: έπιανα τα σχοινιά για τις δυο καμπάνες με τα χέρια: την τρίτη που ήταν κι η μεγαλύτερη, έπρεπε να την χτυπήσω τελευταία, πατώντας δυνατά ένα μικρό σανίδι που ήταν δεμένο μ’ ένα σχοινί, που μέσω μιας τροχαλίας κατέληγε

σ’ ένα μηχανισμό που χτυπούσε την καμπάνα. Χτυπούσα δυο φορές τη δεξιά, μια την αριστερή και μια τη μεγάλη με το πόδι: και μετά… μια τη δεξιά, μια την αριστερή και μια τη μεγάλη με το πόδι! Μια αργά, μια γρήγορα… και πάλι ξανά και ξανά: δυό-τρεις… τέσσερις …και πέντε φορές….μέχρι που “κουδούνιζαν” τ’ αυτιά μου…..

Ξυπνούσα νωρίς το πρωί να βάλω τον κύρτο μου μεσ’ τα φύκια και μέχρι το μεσημέρι που τον σήκωνα, ήταν σχεδόν πάντα γεμάτος “γερμανούς”. Έπιανα μετά πεντ’ έξι μεγάλους φελλούς της θάλασσας, τους τρυπούσα στη μέση και περνώντας ένα

μικρό κομμάτι μισίνα μ’ εν’ αγκίστρι, έβαζα για δόλωμα τα έντερα των “γερμανών”.

Έμπαινα σε μια βάρκα με κουπιά ν’ αφήσω τους φελλούς στο λιμάνι και τους

παρακολουθούσα απ’ τη βάρκα: κι όταν άρχιζαν να κυλάνε αργά–αργά πάνω στο κύμα,

καταλάβαινα πως είχε “τσιμπήσει” κάποιο κεφαλόπουλο, ή κάποια ζαργάνα. Έχοντας

“κόντρα” τον φελλό τα ψάρια, δεν μπορούσαν να πάνε μακριά κι έτσι πήγαινα και

τα μάζευα. Αφού τα καθάριζα, τα έβαζα σ’ ένα μεγάλο κουτί κονσέρβας το ένα δίπλα και πάνω στο άλλο με πολύ αλάτι και τ’ άφηνα μερικές μέρες στον ήλιο να γίνουν «αλμυρό». Έτσι μου είχαν μάθει οι μεγαλύτεροι να ψαρεύω και μ’ αυτό τον τρόπο να φτιάχνω “τ’ αλμυρό”… Ήταν πολύ όμορφα στον Πανορμίτη!

Ένα καλοκαίρι, πήγαμε και στην Κάλυμνο που ζούσε η αδερφή της γιαγιάς μου η Βακίνα με την κόρη της τη Σεβαστή και τον γιο της τον Αντώνη, πριν πάνε στην Αμερική.

Στο μικρό σπίτι τους στην εξοχή, που ήταν μέσα σ’ ένα μεγάλο χωράφι, είχαν αρκετά ζώα κι ήταν γεμάτο διάφορα δένδρα. Έκοβα τ’ αμύγδαλα και τα φρέσκα καρύδια που έκαναν τα χέρια μου πράσινα όταν τα καθάριζα. Σπάζοντας τ’ αμύγδαλα, τα χτυπούσα μέσα στο γουδί ανακατεμένα με ζάχαρη και τα έκανα “μαντζούνι”. Ανέβαινα στις συκιές με την αδερφή μου και τη Σεβαστή και κόβαμε κάτι

τεράστια σύκα…«Μπι! ένας σύκαλλος…!» θυμάμαι τη Σεβαστή να φωνάζει με τη βαριά Καλύμνικη προφορά της!

Αρκετά χρόνι’ αργότερα, παντρεύτηκε τον Ανδρέα στα Λέυκαρα της Κύπρου.

Ο πατέρας μου είχε έναν καλό φίλο τον Τζειχούν, που δούλευε σ’ ένα καθαριστήριο ρούχων: ο πεθερός του ο Χασάν, έμενε στο Αρχαίο Στάδιο με την οικογένεια του, σ’ ένα παλιό όμορφο σπίτι και πηγαίναμε ταχτικά τις Κυριακές από νωρίς το πρωί να τους δούμε.

Εκτός απ’ τα διάφορα οπωροκηπευτικά που είχαν φυτεμένα στο χωράφι τους, είχαν και καλαμπόκια, όπου μέσ’ τη ψηλή πρασινάδα τους, τρέχαμε χέρι-χέρι με την Αισέ, -τη μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τζειχούν που είχε περίπου την ίδια ηλικία με μένα,- μια όμορφη καστανόξανθη μακρυμάλλα Τουρκίτσα-, να κρυφτούμε για να φιληθούμε κι όταν μας φώναζαν για να φύγουμε, κάναμε πως κόβαμε καλαμπόκια και τα τρώγαμε ωμά..

Είχαν κι ένα κάρο με άλογο, που ανεβαίναμε οι μικροί με τα πράγματα κι οι άλλοι αργά-αργά με τα πόδια, πηγαίναμε από νωρίς για μπάνιο στην Καλλιθέα, που ο δρόμος της τότε τέλειωνε στο μικρό δασάκι με τ’ αμέτρητα πεύκα κι ήταν πολύ στενός με πολλές στροφές και με τα πεύκα που υπήρχαν δεξιά κι αριστερά του δρόμου κι ενωνόντουσαν ψηλά, νόμιζες πως περνούσες μέσα από μια μεγάλη δροσερή στοά, αφού δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου τον ήλιο, παρά μόνο τις αχτίνες του, που περνούσαν

YouTube - Mark Knopfler " are we in trouble now " live

YouTube - Mark Knopfler " are we in trouble now " live
Συνέχεια απ' το βιβλίο μου
"ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΑΒΛΙ"
(σε ασπρόμαυρο φόντο)

Σελίδα 7

τον Γκρέγκορυ Πεκ και τους άλλους ηθοποιούς που βλέπαμε στο σινεμά και

“μ’ έτρωγε η περιέργεια” να δω πως γυρίζουν τις ταινίες.

Οι γονείς μου, έψαχναν παντού όλη μέρα να με βρουν κι “έφαγα” αρκετό ξύλο που τους έκανα ν’ ανησυχήσουν.

Την περίοδο των Χριστουγέννων στολίζαμε με τη μητέρα μου και την αδερφή μου το δένδρο στο παγωμένο απ’ το κρύο και την υγρασία σαλόνι: έβγαινα κι εγώ με το τριγωνάκι μου να πω τα κάλαντα στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά και με τα χρήματα που μαζεύαμε, παίρναμε διάφορα παιχνίδια. Θυμάμαι πως, μιά χρονιά είχ’ αγοράσει έναν μεγάλο μαύρο φακό που άλλαζε χρώματα και καθόμουνα τις νύχτες κάτω απ’ τη κουβέρτα μου, τον άναβα κι άλλαζα συνέχεια τα χρώματά του, γιατί μ’ άρεσε να βλέπω το σκοτεινό δωμάτιο να γίνεται μια κόκκινο και μια πράσινο, μέχρι που βαριόμουνα και

μ’ έπαιρνε ο ύπνος με αναμμένο τον φακό και μέχρι το πρωί άδειαζαν οι μπαταρίες… Με τις “τρύπιες” πεντάρες, δεκάρες κι εικοσάρες που μας περίσσευαν, παίζαμε με το σβουράκι “Πάρτα Όλα”.

Τις Αποκριές ντυνόμασταν “καμουζέλες” με χάρτινες “μουτσούνες” και μάσκες και τα βράδια γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, να πάρουμε κανένα γλυκό ή μερικά ψιλά: έτσι ντύθηκα πολλές φορές Κάου-μπου και Τσολιάς. Την Καθαρή Δευτέρα, πηγαίναμε συνήθως στο Ροδίνι που μαζευόταν όλος ο κόσμος, να πετάξουμε τους χαρταετούς μας, που φτιάχναμε οι ίδιοι με καλάμια κι ήσαν συνήθως σε μπλε

και άσπρο χρώμα, γιατί τους φτιάχναμε με τα φτηνά μεγάλα μπακαλόχαρτα που κολλούσαμε με αλευρόκολλα.

Την περίοδο του Πάσχα τότε, οι περισσότεροι γονείς, αγόραζαν ζωντανά τα πρόβατα κι όλα τα παιδιά της γειτονιάς τα βοσκούσαμε μέχρι το Μεγάλο Σάββατο που τα έσφαζαν: οι γονείς μου -δεν ξέρω πως- κάθε Πάσχα έφερναν εν’ αρνί απ’ τη Χίο.

Εκείνες τις μέρες, το σπίτι μας γινόταν σαν Εκκλησία! Δεκάδες ανοιχτά Βυζαντινά μουσικά βιβλία υπήρχαν’ ανοιχτά παντού: κορίτσια κι αγόρια απ’ την Αμαράντειο Σχολή και την γειτονιά, μαζευόντουσαν στο σαλόνι του σπιτιού μας κι ο πατέρας μου τους μάθαινε να ψάλλουν τα Εγκώμια για την Μεγάλη Παρασκευή, ενώ για τον εαυτό του διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια, -διαφορετικά κάθε χρόνο- και γράφοντας και δική του μουσική, έκανε πρόβες να τα ψάλλει τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Οι λαμαρίνες, γεμάτες με διάφορα πασχαλινά κουλούρια κι αυγούλες και τις πεντανόστιμες τυρόπιτες με τη Συμιακή συνταγή της γιαγιάς μου, που ζύμωνε κι έφτιαχνε η μητέρα μου με τις γειτόνισσες, πηγαινοερχόντουσαν ασταμάτητα απ’ τον φούρνο του Πολυχρόνη. Περίσσευαν αρκετές ακόμα και μετά τις γιορτές και “βούταγα” κάθε φορά δυο-τρεις απ’ το καλάθι κι ένα-δυο κόκκιν’ αυγά, όταν έτρεχα να ψαρέψω στο μουράγιο με το καλαμίδι μου.

Τη Μεγάλη Πέμπτη, έτρωγα τα “ψεύτικα” ντολμαδάκια που έφτιαχνε η μητέρα μου κaι το βράδυ μετά την λειτουργία, γυρνούσα με τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας μου μέχρι αργά, σ’ όλες τις Εκκλησίες στα μαράσια. Φλερτάραμε και πειράζαμε τα κορίτσια στις άλλες γειτονιές, κλέβαμε μούσμουλα και μισοάγουρα ‘μύγδαλα από τους ξένους κήπους που μύριζαν άνοιξη και κόβαμε άσπρους κρίνους κι άλλα λουλούδια να στολίσουμε τον δικό μας Επιτάφιο, που περίφεραν μ’ ευλάβεια οι μεγάλοι στα στενά του Νιοχωριού την Μεγάλη Παρασκευή. Εμείς ακολουθούσαμε κρατώντας μικρά φαναράκια.

Το βράδυ της Ανάστασης, μετά το “Χριστός Ανέστη” και το τσούγκρισμα των αυγών, όταν πεινασμένος απ’ τη νηστεία της Μεγαλοβδομάδας έτρεχα σπίτι να φάω καυτή τη μαγειρίτσα, που η μυρωδιά της δεν μπορούσε μόνη της να με χορτάσει, ο πατέρας μου έμενε στην Εκκλησία κι έψαλλε μέχρι το πρωί!... Θα μπορούσα να πω, ότι ζούσε για τις μέρες εκείνες!…

Μέχρι σήμερα, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, όπου κι αν βρίσκομαι, μου ‘ρχεται στη σκέψη, πάρα πολύ έντονα.

Κάπως έτσι περνούσαν τότε οι μέρες του Πάσχα και περιμέναμε ανυπόμονα

“ν’ ανοίξουν” οι μέρες και να ‘ρθει “της Αναλήψεως” ν’ αρχίσουμε τα μπάνια! …..

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

YouTube - Lionel Richie - Stuck On You (Covers SLD)

YouTube - Lionel Richie - Stuck On You (Covers SLD)

Σελίδα 6

ξύλινη βέργα που είχε πάντα πάνω στην έδρα: δεν θυμάμαι όμως, να τον είδα ποτέ χαμογελαστό. Το επίσης σοβαρό ύφος του ασπρομάλλη κυρίου Νίκου Παλιούρη με τα χοντρά γυαλιά, που ήταν ο Διευθυντής του σχολείου και μας έκανε μάθημα στην Έκτη, το θυμάμαι αρκετά καλά: και δεν μπορώ να ξεχάσω, πόσες πολλές σελίδες αντιγραφής μας ζητούσε να γράφουμε καθημερινά σε όρθια γραφή, με πέννα και μελάνι. “Χτύπα τον κώδωνα!”... έλεγε με τη βαριά του φωνή σε κάποιον από μας κοιτώντας το ρολόι του, όταν ‘ρχόταν η ώρα για διάλειμμα: το ίδιο έλεγε και μετά όταν τέλειωνε, αφού πρώτα πατούσε τη γόπα του τσιγάρου χωρίς φίλτρο, που είχε καπνίσει στην ανάπαυλα. Όποιος από μας κρατούσε το κουδούνι, έπρεπε να βρίσκεται κάπου κοντά του την ώρα του διαλείμματος, όταν έκανε βόλτα στην αυλή, προσέχοντας τα παιδιά για πιθανές αταξίες, περιμένοντας ξανά τη “διαταγή” με τον συνηθισμένο ψυχρό και τυπικό του τόνο!...“Χτύπα τον κώδωνα!”...Κι αυτές οι λέξεις, μαζί μ’ εκείνο το αργό, -αλλά δυνατό- χτύπημα του κουδουνιού, που μας γέμιζε χαρά και ανακούφιση όταν το ακούγαμε για το διάλειμμα και μας πλημμύριζε δυσαρέσκεια κι απελπισία όταν έπρεπε να μπούμε ξανά στην Τάξη,...σαν να είναι ακόμα στ’ αυτιά μου...

Με τα πόδια πήγαινα και με τα πόδια γυρνούσα απ’ το σχολείο: στον δρόμο για το σπίτι, αγόραζα απ’ τα μικρά καροτσάκια του Μπάρμπα-Γιώργη και του Έλληνα, -που κι οι δυό φορούσαν άσπρες μπλούζες κι άσπρα καπέλα- κάτι χρωματιστά ζαχαρωτά στραγάλια και σοκολάτες. Στις μεγαλύτερες τάξεις όμως, “άλλαξα δρομολόγιο” και μαζί με άλλους συμμαθητές, περνούσαμε απ’ την ιστορική Λέσχη

του Α.Ο.Ν (Αθλητικός Όμιλος Νεοχωρίου) να παίξουμε ποδοσφαιράκια… Σ’ εκείνη

τη Λέσχη έμαθα αργότερα να παίζω τάβλι και μπιλιάρδο.

Η κυρ-Αγγέλα, που ήταν υπεύθυνη της Λέσχης και συνήθως καθόταν πίσω από τον πάγκο της πλέκοντας ασταμάτητα, μας κοιτούσε πάντα καχύποπτα πάνω

απ’ τα χοντρά γυαλιά της.

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε σχολείο ακόμα και το Σάββατο: κι ενώ τ’ άλλα παιδιά μπορούσαν να κοιμηθούν λίγο παραπάνω τις Κυριακές, εγώ, είτε με κρύο είτε

με βροχή, έπρεπε να ξυπνήσω νωρίτερα να πάω στην Εκκλησία με τον πατέρα μου.

Με ξυπνούσε και μ’ έπαιρνε μαζί του βάζοντάς με κάτω απ’ το παλτό του να μην

κρυώνω κι είχε πάντα μαζί του μια μεγάλη μαύρη τσάντα γεμάτη μουσικά βιβλία.

Ντυνόμουνα “παπαδάκι” κι άναβα το θυμιατό του Παπα-Κυριάκου και του Παπα-Ηλία, έκοβα τ’ αντίδωρα στο Ιερό και κρατούσα τη λαμπάδα δίπλα τους, όταν έλεγαν το Ευαγγέλιο. Όταν πια μεγάλωσα, έμενα στο στασίδι να ψάλλω με τον πατέρα μου.

Κουρασμένος όμως απ’ τα πολύωρα Σαββατιάτικα παιχνίδια και νυσταγμένος ακόμα τις περισσότερες φορές, δεν είχα όρεξη για Εκκλησία και το μόνο γεγονός που παρηγορούσε το αγουροξύπνημά μου, ήταν ότι θα ‘βλεπα τα κορίτσια της Οικοκυρικής Σχολής που ‘ρχόντουσαν για εκκλησιασμό και το μυαλό μου ήταν περισσότερο εκεί, παρά στα τροπάρια και τα χερουβικά. Κι όταν τα πράσινα μάτια του πατέρα μου έλαμπαν καθώς έψαλλε και κουνούσε ρυθμικά τα χέρια του διευθύνοντας τους δομέστικους, δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει η λειτουργία, για να περάσω απ’ τα κελιά του Ταξιάρχη που έμενε με τη μητέρα του και τη γιαγιά του ο φίλος μου ο Γιάννης, να πάμε μαζί στην Αμαράντειο Σχολή, που ήταν η Λέσχη της 4ης Ομάδας

των Ναυτοπροσκόπων για τη συγκέντρωση της Κυριακής. Στην αρχή ήμουνα στην Ενωμοτία των Κύκνων και μετά πήγα στους Γλάρους. Με τον Γιάννη παίζαμε στο πρωτάθλημα των Προσκόπων στο διπλό του πινκγ - πονγκ και παίρναμε συνέχεια το πρωτάθλημα: ήμουν’ αρκετά καλός!

Πολλές φορές μετά τη συγκέντρωση, ‘νοικιάζαμε μικρά ποδήλατα απ’ του Κελεπιλέρ στη Σάντα Μαρία κι αλωνίζαμε την πόλη με τις ώρες. Άλλες φορές, πήγαινα με τα γειτονόπουλα τον Νικήτα και τον αδελφό του το Νικολιό, στο εκκλησάκι του

Αη- Νικόλα που ήταν μεσ’ το Φάρο κι ανάβαμε τα καντήλια.

Εκεί στους Μύλους, είχα ξεχαστεί μια Κυριακή μετά την εκκλησία, ντυμένος

με τη Ναυτική στολή του σχολείου, παρακολουθώντας τα γυρίσματα της ταινίας

“Τα Κανόνια του Ναβαρόνε”, γιατ’ ήθελα να δω κι εγώ από κοντά τον Άντονυ Κουήν,

Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

YouTube - Nancy Sinatra "Bang Bang"

YouTube - Nancy Sinatra "Bang Bang"

Σελίδα 5

απ’ την παλιά καπνοβιομηχανία, μπαίναμε στην Παλιά Πόλη απ’ την πύλη του Σαν Φρανσίσκο: διαβαίνοντας χωρίς βιασύνη τα στενά πέτρινα σοκάκια του Αη-Φανούρη, πηγαίναμε στους θείους μου κι έπαιζα με τον ξάδερφό μου τον Λάκη και την αδερφή του την Νίτσα, ενώ η άλλη μου ξαδέρφη η Καίτη, ήταν ακόμα μωρό στην πάνινη παραδοσιακή κούνια: έμεναν τότε όλοι μαζί, στριμωγμένα σ’ ένα μόνο δωμάτιο.

Τα καλοκαίρια πηγαίναμε συχνά σινεμά, συνήθως στο θερινό Απόλλων, που εκτός απ’ τις αξέχαστες εκείνες ασπρόμαυρες Ελληνικές ταινίες, έπαιζε κάτι Ινδικά έργα με κάποια ηθοποιό Ναργκίζ, που ήταν τότε της μόδας. Γέμιζε η γιαγιά μου μια τσάντα με παξιμάδια και γραμύθια, παίρναμε και λούπινα απ’ τα καροτσάκια -και που και που κανένα γλειφιτζούρι ή κανένα μελωμένο μήλο - να τρώμε στη διάρκεια του έργου,- που πολλές φορές βλέπαμε δυό φορές-: και μετά το πολύ κλάμα που έπεφτε στο έργο, γυρνούσαμε πάλι με τα πόδια στο σπίτι και καθόμασταν στην αυλή στα μικρά μπλε σκαμνάκια που είχε φτιάξει ο παππούς μου: και κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, περιμέναμε με τις γειτόνισσες να περάσει ο γιαουρτάς να φάμε το φρέσκο του γιαούρτι, που είχε περίπου ένα δάκτυλο καϊμάκι και το πουλούσε μέσα σε κάτι μικρά πήλινα μπολάκια.

Τους αδερφούς του παππού μου,- τον Γιώργο που είχε πατσατζίδικο στον Πειραιά και τον Δρόσο που ζούσε στη Γαλλία-, δεν τους γνώρισα ποτέ: γνώρισα όμως τον μικρό του αδερφό τον Γιάγκο, που ζούσε κι αυτός με τη ξανθιά γυναίκα του τη Μαρί στο Παρίσι: δεν είχαν παιδιά.

Ο Γιάγκος,- ένας ψηλός όμορφος άνδρας που συνήθιζε να καπνίζει τσιμπούκι-, ‘ρχότανε με την Μαρί τα καλοκαίρια απ’ την Γαλλία μ’ ένα μεγάλο- μαύρο νομίζω- αυτοκίνητο, φέρνοντας μαζί τους μια τεράστια κινηματογραφική μηχανή και γυρνούσαν στα χωριά κι έπαιζαν υπαίθριο κινηματογράφο με παλιές Ελληνικές και ξένες ασπρόμαυρες ταινίες στα καφενεία. Έβαζαν και τελάλη για να το μάθουν στο χωριό για να κάνουν διαφήμιση και μαζευόταν πολύς κόσμος, που καθόντουσαν σε πάγκους και μικρά σκαμνιά για να δούνε το έργο, ενώ πολλοί έφερναν καρέκλες απ’ τα σπίτια τους. Πρέπει να ήμουνα 8-10 χρονών που πήγαινα κι εγώ μαζί τους με την μητέρα μου και μ’ άρεσε.

Ήρθαν δυό – τρία, μπορεί και τέσσερα καλοκαίρια κι ένα καλοκαίρι ο Γιάγκος μου έφερε για δώρο μια μυδράλια, που τον θόρυβο της τον θυμάμαι ακόμα….

Στον πατέρα μου είχε φέρει ένα μικρό ράδιο-τρανζίστορ, που έπαιρνα κι εγώ πολλές φορές στο βουναλάκι ν’ ακούσω με τους φίλους μου τα Κυριακάτικα ποδοσφαιρικά παιχνίδια.

Ο Γιάγκος κι η Μαρί δεν ήρθαν ξανά και δεν τους ξαναείδα, αλλ’ άκουσα

απ’ τη γιαγιά μου πως ο Γιάγκος πέθανε πριν από 12 χρόνια περίπου.

Ο παιδικός σταθμός που μ’ έστελναν οι γονείς μου, ήταν ιδιωτικός, κάποιας Χαρτερούς, που δεν θυμάμαι καθόλου: θυμάμαι όμως, το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο με τις μεγάλες ανοιχτόχρωμες λουστραρισμένες καφέ ξύλινες πόρτες, που ‘ρχόταν κάθε πρωί να με πάρει απ’ το σπίτι. Ο σταθμός ήταν έξω απ’ τις Πύλες του Θέρμαι, απέναντι απ’ το πάρκο στα Πλατανάκια.

Νηπιαγωγείο πήγα στην Παιδαγωγική Ακαδημία κι έκανα μια χρονιά με

την κυρία Ελένη κι άλλη μια χρονιά με την κυρία Αγγελική. Το Δημοτικό σχολείο, το τέλειωσα κι αυτό στην Ακαδημία. Το πρώτο μου βιβλίο, το “Αλφαβητάριο”: η πρώτη μου δασκάλα, ήταν η κυρία Δικαία Χατζηστρατή απ’ τη Σύμη που φορούσε χοντρά γυαλιά μυωπίας. Αδύνατη, με άσπρα και γκρίζα μαλλιά, με πεταχτά δόντια, ντυνόταν σχεδόν πάντα με σκούρα ρούχα: μου φαινόταν ψηλή. Το γαλήνιο ύφος της, προξενούσε περισσότερο σεβασμό παρά φόβο. Στη Δευτέρα, η κυρία Φωτεινή Πιτά απ’ την Κάρπαθο. Μια, μάλλον κοντή στρογγυλοπρόσωπη κυρία, με κατσαρά καστανά μαλλιά, που έπαιζε και μαντολίνο. Δεν θυμάμαι τ’ όνομα της κυρίας στην Τρίτη τάξη, ούτε το μικρό όνομα του κυρίου Σαρατσιώτη στην Τετάρτη: ούτε από πού ήσαν μπορώ να θυμηθώ. Θυμάμαι καλά τ’ όνομα του αυστηρού, ψηλού κι αδύνατου κυρίου Γιώργου Παπαρολάκη απ’ τη Χάλκη, που μας έκανε μάθημα στην Πέμπτη, όπως και τη λεπτή

YouTube - Vincent (Starry Starry Night) Don McLean

YouTube - Vincent (Starry Starry Night) Don McLean

Σελίδα 4

Ο άλλος μου θείος, ο Κώστας, έμενε μαζί μας και πολλοί τον νόμιζαν

γι’ αδερφό μου: όταν έκοβε το ψωμί με το χέρι και δεν χρησιμοποιούσε το μαχαίρι, τον μάλωνε η μητέρα μου, γιατί το θεωρούσε γρουσουζιά….

Όταν μεγάλωσα και πήρα το δωμάτιό του, πήγε κι αυτός να μείνει με τους γονείς του, αλλά συνέχισε να βοηθά τον πατέρα μου που του έμαθε τη Βυζαντινή

Μουσική, τον έκανε Ψάλτη κι οι φίλοι του, του “κόλλησαν” το παρατσούκλι “Παπαδιά”.

Ήταν το αγαπημένο παιδί του Δεσπότη Σπυρίδωνα κι όταν ο Μενέλαος, ο πανύψηλος αριστερός ψάλτης των Εισοδίων έφυγε στην Αμερική, πήρε τη θέση του: δεξιά, έψαλλε πάντα ο πατέρας μου.

Ο Κώστας, -που ήταν και νονός μου-, είχ’ ένα γυναικείο ποδήλατο και τα μεσημέρια που κοιμόταν, του ‘παιρνα κρυφά το κλειδί που φύλαγε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έκανα βόλτες στη γειτονιά. Ίσα - ίσα έφταναν τα πόδια μου τότε στα

πετάλια και μια φορά που δεν πρόλαβα να πιάσω φρένα σε μια στροφή, τράκαρα

σ’ έναν τοίχο και παραλίγο να σπάσω τα μούτρα μου! Ευτυχώς τη γλίτωσα μόνο με

λίγες γρατσουνιές κι ένα στραμπούληγμα στο χέρι και χρειάστηκε ο Παπά-Κυριάκος

που ήταν “ειδικός”, να μου το κάνει καλά.

Ο παππούς μου ο Σακελλάρης ήταν μαραγκός κι όταν χτιζόταν ο κινηματογράφος “Ορφέας” που ήταν κοντά στο σπίτι του, του πήγαινα το φαγητό

στην καστάνια, τυλιγμένο πάντα σε μια μπλε η κόκκινη καρό πετσέτα.

Όταν πια δεν μπορούσε να δουλεύει στις οικοδομές σκέφτηκε να κάνει

μι’ άλλη δουλειά: μάζευε διάφορα μικρά και μεγάλα κογχύλια από τις παραλίες, τα τρυπούσε μ’ ένα λεπτό σουβλί, τα περνούσε σε μια μισίνα και τα έκανε κολιέ. Έκοβε μικρά κομμάτια καπλαμάδες, έβαζε στη μέση μικρούς στρογγυλούς ή τετράγωνους καθρέφτες και τους στόλιζε γύρω-γύρω με τα διάφορα κογχύλια που κολλούσε με μια κόλλα που έφτιαχνε ο ίδιος, διαλύοντας με ασετόν διάφορα πλαστικά μπουκάλια.

Πήγα αρκετές φορές μαζί του να μαζέψω κογχύλια και τον βοηθούσε κι η γιαγιά μου να φτιάχνει τους καθρέφτες και τα κολιέ. Πουλώντας τα κολιέ και τους καθρέφτες στους τουρίστες, έβγαζαν το μεροκάματο τους. Αργότερα πήραν Άδεια κι είχαν ένα μικρό καροτσάκι στην Πύλη της Ελευθερίας, δίπλα στον λούστρο με το χαλασμένο μάτι που φορούσε πάντα στραβά εν’ άσπρο καπέλο. Μετά το είχαν κοντά στον σταθμό Ταξί και τελευταία είσοδο της Παλιάς Πόλης στα Πλατανάκια.

Ο παππούς μου, έφτιαχνε ένα νόστιμο φαγητό τα χειμωνιάτικα βράδια, με τις ψίχες απ’ το ψωμί που περίσσευε και πρέπει να το ‘φτιαχνε με νερό, λάδι κι αλάτι. Όσες φορές όμως κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να το φτιάξω: ούτε κι η μητέρα μου θυμόταν καλά τη “συνταγή”. Άναβε τα Ροδίτικα “χύμα” τσιγάρα “Λουλουδάκι” που κάπνιζε, μ’ έναν παλιό αναπτήρα με φυτίλι, που μ’ έστελνε συχνά να γεμίσω στο βενζινάδικο του κυρ- Πέτρου και για ταμπακέρα χρησιμοποιούσε ένα παλιό μικρό σιδερένιο κουτί από παστίλιες.

Η γιαγιά μου, ‘ρχόταν ταχτικά στο σπίτι μας στη Ψαροπούλα να πάρει τα ρούχα μας για πλύσιμο να βοηθήσει τη μητέρα μου. Βάζοντάς τα σ’ ένα σεντόνι, τα ‘δενε κόμπο σταυρωτά, ώστε να γίνουν ένας μεγάλος μπόγος που έβαζε στο κεφάλι της και κρατώντας με, με το άλλο χέρι, ανεβαίναμε την ανηφόρα του παλιού Νοσοκομείου, περνούσαμε απ’ την Παύλου Μελά, -που η μισή ήταν ακόμα χωματόδρομος- και φτάναμε σπίτι της στα Λαϊκά, χωρίς να λαχανιάζει…

Κοσκίνιζε, ζύμωνε κι έφτιαχνε μόνη της το σταρένιο εκείνο νόστιμο ψωμί, που παίρναμε μαζί σε μικρές λαμαρίνες στον ξυλόφουρνο του Αη- Γιάννη. Αρκετές φορές πήγαινα μαζί της στο Αρχαίο Στάδιο, όπου μαζί με άλλες γειτόνισσες μάζευε χόρτα και καραβόλους, ενώ εγώ σκαρφάλωνα στα δένδρα να μαζέψω γραμύθια και χαρούπια.

Μ’ έπαιρνε μαζί της κι όταν πήγαινε να δει τον γιο της, τον θείο μου τον Παύλο- αδερφό της μητέρας μου- και τη γυναίκα του -τη θεία μου την Μαρία-, που έμεναν στην Παλιά πόλη με τα παιδιά τους, στο στενό δρομάκι πίσω από το μικρό πατσατζίδικο του “Μερακλή” και πηγαίναμε πάντα με τα πόδια. Περνώντας μπροστά

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

YouTube - Hootie & The Blowfish Let Her Cry

YouTube - Hootie & The Blowfish Let Her Cry

YouTube - Mark Knopfler - Darling Pretty

YouTube - Mark Knopfler - Darling Pretty

Σελίδα 3

πάντα στα γόνατα της, με σταυρωμένα τα χέρια διάβαζε φωναχτά τα μαθήματα της.

Τον παππού μου και τη γιαγιά μου απ’ τη Σύμη, -τους γονείς του πατέρα μου-, δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω: άκουσα όμως πολλές ιστορίες για τον παππού μου τον παπά που ήταν και μαραγκός. Ήταν ένας τεράστιος άνδρας με υπέροχη φωνή, μου έχουν πει Συμιακοί που τον γνώρισαν κι όταν έψαλλε, η φωνή του ακουγόταν απ’ την

Αγία Τριάδα που λειτουργούσε, μέχρι κάτω το Πέδι…

Ήταν ένας πολυφαγάς και καλοφαγάς καλαμπουρτζής, που του άρεσε το ούζο και το κρασί και μπορούσε να τρώει τα ‘χταπόδια και τα ψάρια ωμά και τους αχινούς με τ’ αγκάθια!…

Κάποιο βράδυ, -μου διηγήθηκε μια φορά ο πατέρας μου-, πήρε όλα τα σπουργίτια που χρησιμοποιούσαν για “κράχτες” όταν στήνανε “ξόβεργα”: τα έβγαλε ένα- ένα απ’ τα κλουβιά τους, τα ξεπουπούλιασε και ψιλοκαίοντάς τα στη λάμπα του πετρελαίου, τα έφαγε όλα !

Μι’ άλλη φορά, στην κηδεία ενός παπά, άλλαξε την τελευταία στιγμή το παλιό ξεθωριασμένο καλυμμαύκι του, μ’ εκείνο του πεθαμένου…

Ήταν και παράξενα ιδιότροπος στη δουλειά του και δεν εύρισκε εύκολα “παραγιό” να δουλέψει μαζί του, αν δεν μπορούσε να μαντέψει την επόμενή του κίνηση. Αν π.χ έπιανε καρφιά, έπρεπε ο παραγιός να είχε έτοιμο το σφυρί στα χέρια…

κι αν έπιανε το σφυρί, έπρεπε να είχε έτοιμα τα καρφιά…

Πολλοί άνθρωποι που γνώρισαν τον παππού μου στη Σύμη, μου είπαν πως θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με τα “κατορθώματα” του.

Για τη γιαγιά μου την παπαδιά, άκουσα πως ήταν μια καλοκάγαθη γυναίκα πλάι του. Μια μέρα που μπήκε ένα κάτασπρο περιστέρι στην Εκκλησία, η γιαγιά μου, κάνοντας τον Σταυρό της είπε στον παπά πως μπορεί να ήταν…το Άγιο Πνεύμα ! …«Ποιο Άγιο Πνεύμα βρε παπαδιά!… Κλείσ’ την πόρτα και τα παράθυρα!...» της είπε ο παπάς και κυνήγησε το καημένο το περιστέρι μέχρι που το ‘πιασε και το ‘κανε μεζέ…

Αυτός ήταν ο παππούς μου με το παρατσούκλι “Παπα-Λούφφας”, που πήρα

τ’ όνομά του κι ίσως μερικά απ’ τα παράξενα “χούγια” του….

Τους γονείς της μητέρας μου,- τον παππού μου τον Σακελλάρη που καταγότανε απ’ τη Σύρο και τη γιαγιά μου την Κατερίνα απ’ την Κάλυμνο-, τους θυμάμαι καλά, αφού ο παππούς μου πέθανε το 1978 κι η γιαγιά μου ζει ακόμα.

Πολλά καλοκαίρια σαν ήμουνα μικρός, τα περνούσα μαζί τους στο σπίτι τους στα Λαϊκά απέναντι απ’ τη Σχολή του Νηρέα, που φοιτούσαν τα παιδιά που ήθελαν να γίνουν αξιωματικοί του Εμπορικού Ναυτικού, -καπετάνιοι, μηχανικοί κι ασυρματιστές-εκεί που σήμερα στεγάζεται ο ΡΟΔΑ.

Εκείνα τα σπίτια επί Ιταλίας ήσαν σιταποθήκες κι οι παππούδες μου τότε έμεναν στην παλιά πόλη, - στα “Τούρκικα” όπως έλεγαν-. Όμως, μετά τους σεισμούς του 1952 που έμειναν άστεγοι, -όπως κι άλλοι πολλοί-, τους τα παραχώρησε ο Δήμος για σπίτια: πραγματικά σπίτια όμως τα έκαναν οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι κι οι νοικοκυρές, που τα συμμάζεψαν κι ομόρφυναν τις αυλές τους με διάφορα λουλούδια, άλλα σε μικρές και μεγάλες γλάστρες κι άλλα σε χρωματιστούς τετράγωνους και στρογγυλούς τενεκέδες. Δεν είχαν ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα τότε, παρά μόνο μια γυάλινη λάμπα πετρελαίου και το πλύσιμο γινόταν στη σκάφη με το χέρι, με πράσινο σαπούνι και το σιδέρωμα των ρούχων με το με το σίδερο με τα κάρβουνα και θυμάμαι τη γιαγιά μου να το κουνά πέρα δώθε αρκετή ώρα μέχρι ν’ ανάψει!...

Με τους παππούδες μου, έμενε κι ο μικρός μου θείος ο Παντελής που μάθαινε ράφτης κι ο θείος μου ο Μικές που μάθαινε χρυσοχόος. Ήμουνα μωρό στα χέρια της μάνας μου, όταν ο Μικές πήγε να τρέξει σε κάτι αγώνες με κάτι μηχανάκια “Παπερίνο” στο ποδηλατοδρόμιο κι η μητέρα μου του φώναζε σαν τρελή, να τον κάνει να σταματήσει.

Αργότερα ο Μικές έφυγε μετανάστης στο Σίδνευ της Αυστραλίας

Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

Σελίδα 2

Πρωτοψάλτης στα Εισόδια της Θεοτόκου στο Νιοχώρι της Ρόδου, ήθελε να κάνει και μένα ψάλτη: έτσι, σε νεαρή ηλικία, σχεδόν υποχρεώθηκα να τελειώσω τη Σχολή της Βυζαντινής Μουσικής όπου δίδασκε με τον Πρωτοσύγκελο Αλέξανδρο και τον Μιχάλη Σαρρή, χωρίς όμως ποτέ ν’ ασχοληθώ αργότερα: κι αυτά που

κληρονόμησα απ’ όλη αυτή την ιστορία, εκτός απ’ τα τόσα και τόσα βυζαντινά ακούσματα, ήσαν, η αρκετά πλούσια Bυζαντινή Βιβλιοθήκη του, πολλά απ’ τα γραφτά του κι ίσως και τη φωνή του…..

Άρεσαν πολύ τα πουλιά στον πατέρα μου και κάποια εποχή είχε πάρα πολλά

περιστέρια στη σοφίτα του σπιτιού μας κι ανέβαινα κι εγώ πολλές φορές να τα ταΐσω.

Σ’ ένα μεγάλο ξύλινο στρογγυλό κλουβί είχε μια πέρδικα και σ’ ένα άλλο μικρότερο είχε μια καρδερίνα που τη φώναζε “Κίτσο”: αργότερα είχε κι αρκετά καναρίνια.

Του άρεσαν επίσης πολύ τα κοστούμια, οι γραβάτες, τα στυλό κι οι

κονδυλοφόροι και σε κάθε σακάκι του, μπορεί να ‘βρισκες πάντα δυο – τρεις…

Στη μικρή αποθήκη χωρίς φως που υπήρχε κάτω απ’ την παλιά ξύλινη σκάλα, που οδηγούσε στη σοφίτα κι ήταν βαμμένη σε ανοιχτό μπλε, όπως και τα υπόλοιπα λίγα φτηνά έπιπλα της κουζίνας, βρισκόταν εν’ αρκετά μεγάλο σεντούκι με διάφορα βιβλία, παλιά περιοδικά και “Κλασσικά Εικονογραφημένα”, κάπως λαδωμένα,- μάλλον απ’ τον πολύ καιρό που ήσαν εκεί-: η πόρτα της δεν άνοιγε εντελώς και δύσκολα έβαζα στα τυφλά το χέρι μου βαθιά όσο μπορούσα μέσ’ στο σεντούκι κι έπαιρνα κάθε φορά ένα-δύο και τα διάβαζα τα μεσημέρια. Είχε πάρα πολλά απ’ αυτά ο πατέρας μου κι έτσι, διάβασα την “Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά”, τους “Αθλίους”, το “Σιδηρούν Προσωπείο”, τη “Νήσο των Θησαυρών”, “Πρίγκηψ και φτωχός”, “Τομ Σώγιερ”,

“ ΄Ολιβερ Τουίστ” κι άλλα πολλά... Ήμουνα πολύ μικρός όμως, για να καταλάβω

ακριβώς το νόημά τους.

Η μητέρα μου ήταν πολύ όμορφη στα νιάτα της: δεν ήξερε πολλά γράμματα γιατ’ είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό σχολείο επί Ιταλίας. Ήξερε όμως αρκετά Ιταλικά κι ήταν έξυπνη, καλή μάνα, καλή μαγείρισσα, μας πρόσεχε και νομίζω πως είχε περισσότερη αδυναμία σε μένα, παρά στην Καίτη τη μικρή μου αδερφή. Δεν δούλευε κι ήταν η κλασσική περίπτωση της τότε νοικοκυράς, που έκανε τις δουλειές του σπιτιού και…κουτσομπολιό με τις γειτόνισσες….

Το πίσω μέρος του σπιτιού μας “έβλεπε” στο πίσω μέρος του σπιτιού της

Ανεζούλας κι όταν άνοιγαν τα παράθυρα να ξεσκονίσουν τις κουβέρτες και τα ρούχα,

μιλούσαν με τις ώρες

Αν ήμουν’ άρρωστος, φώναζε την κυρ-Αγγελική τη νοσοκόμα με τα πεταχτά δόντια να μου κάνει ενέσεις, που απ’ την ώρα που την άκουγα ν’ ανεβαίνει τις σκάλες, έβαζα τα κλάματα: κι όταν πια τα σύνεργα κι οι βελόνες της ήσαν έτοιμα στο καυτό νερό που είχε βράσ’ η “γαζιέρα” και την έβλεπα να ‘ρχεται κρατώντας τη σύριγγα στο ένα χέρι και το βρεγμένο βαμβάκι με το μπλε οινόπνευμα στο άλλο να μου τρίψει τον πισινό για την ένεση, τσίριζα: και σφιγγόμουνα τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να μου την κάνει και προσπαθούσε ξανά και ξανά... Όταν πια μεγάλωσα και τη συναντούσα τυχαία καμιά φορά στο δρόμο, μου ‘λεγε με χαμόγελo:«...να ‘ξερες μόνο, πόσες βελόνες μου ‘χεις στραβώσει!...»

O άνδρας της Ανεζούλας, ο Φιλήμονας, -ένας ασπρομάλλης ροδοκόκκινος τύπος- που είχε πάντα μαζί του ένα μαύρο ποδήλατο, έπαιζε ωραία κιθάρα κι έπινε κάτι παραπάνω... Τον έβλεπα συχνά απ’ το παράθυρο μας να τραγουδά και να παίζει την κιθάρα του, έχοντας πάντα ένα μπουκάλι κρασί στο τραπέζι. Τον έβλεπα να πίνει και να τραγουδά και με άλλους μαζί, μέσ’ απ’ τα θολά απ’ την άχνα και την καπνίλα τζάμια του καφενείου του Ιωσήφ, που ήταν απέναντι απ’ το μικρό εστιατόριο του Κατίνα που μ’ έπαιρνε πότε-πότε ο πατέρας μου κι αν με άφηναν οι δικοί μου κάποιο βράδυ στο σπίτι της Ανεζούλας να βγουν’ έξω ή να πάνε σε κάποια επίσκεψη, μ’ άρεσε να πιάνω και να “γρατζουνώ” την κιθάρα του. Είχαν δυο παιδιά: τον Μιχάλη, -που ήταν αρχηγός μας στους Προσκόπους- και την Κική, που σκυφτή στα βιβλία που έβαζε

YouTube - Wonderful Tonight

YouTube - Wonderful Tonight

YouTube - mark knopfler and eric clapton and wonderful tonight

YouTube - mark knopfler and eric clapton and wonderful tonight

YouTube - wonderful tonight

YouTube - wonderful tonight

Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

Σελίδα 1η

1

Κόντευε ν’ ανταμώσ’ η νύχτα το πρωί για να χαράξει μι’ ακόμα Κυριακή, όταν γεννήθηκα στις αρχές της δυτικής πλευράς της Ρόδου, σ’ εκείνο το σπίτι με τα δεκαεφτά σκαλιά που το φυσούσε συνέχεια ο αέρας και το ημερολόγιο έδειχνε

12 Νοεμβρίου….

Εκεί μέσα γεννήθηκα: τριάντα μέτρα απ’ τη σχεδόν πάντα φουρτουνιασμένη θάλασσα με τα τουρκουάζ χρώματα, που ήταν κάτω απ’ το πεζοδρόμιο με τις κοντόχοντρες κολώνες και τις διαπερνούσε ένα στρογγυλό σίδερο. Μεσ’ τα νερά της έμαθα να κολυμπώ για να κάνω βουτιές απ’ το σιδερένιο μουράγιο με τα παλιά χοντρά μαδέρια.

Σ’ εκείνη την παλιά ξύλινη πόρτα του σπιτιού, χτυπούσε ο γαλατάς κάθε πρωί κι ο Κυρ-Φάνης, που με το μπλε σκούρο ανοιχτό φορτηγό του, μας έφερνε τον πάγο για το ξύλινο ψυγείο σε κολώνες τυλιγμένες σε τσουβάλια και σ’ εκείνη τη μικρή αυλή με τα σκουριασμένα σιδερένια κάγκελα της εξώπορτας, έζησε κι η Λουλού, το πρώτο μου άσπρο μαλλιαρό σκυλάκι.

Το δωμάτιο μου, έβλεπε προς τα ‘κεί …προς τη θάλασσα: και τα περισσότερα απογέματα, προτιμούσα να βλέπω τ’ όμορφο ηλιοβασίλεμα, ακούγοντας τον αέρα να σφυρίζει, καθώς προσπαθούσε να περάσει απ’ τις χαραμάδες των παλιών ξύλινων ξεθωριασμένων παράθυρων, παρά να διαβάζω και να γράφω τα μαθήματα μου.

Από ‘κείνα τα παράθυρα, έβλεπα τις γειτόνισσες τα καλοκαίρια να χτυπούν με σανίδια πάνω στα γλιστερά βράχια, τις κουρελούδες που είχαν πλύνει στη θάλασσα και τα θαλασσοπούλια να πετάνε τριγύρω aπ’ τις τράτες, περιμένοντας να ξεφύγει κάποιο ψάρι απ’ τα δίχτυα που τραβούσαν οι ψαράδες. Είδα τα χρώματα του απογεματινού ουρανού και τον ήλιο να χάνεται αργά-αργά πίσω απ’ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αμέτρητες φορές και μαζί του είδα χιλιάδες καράβια να ‘ρχονται, να φεύγουν και να χάνονται στον ορίζοντα.

Εκείνο τ’ ορμητικό φύσημα του αέρα τις κρύες νύχτες του χειμώνα, που

έκανε ακόμα πιο έντονο το θρόισμα των αλμυριών του δρόμου, λυγίζοντας τα ανίκανα

ν’ αντισταθούν κλαδιά τους κι έστελνε την αλμύρα σε στάλες, να σμίξουν μ’ εκείνες

της βροχής για να κυλήσουν μαζί αργά κι άτσαλα στα θολά τζάμια του δωματίου μου,

το ασταμάτητο ελαφρύ τρίξιμο των παλιών παραθυρόφυλλων απ’ το μανιασμένο

φύσημα, ο βαρύς χτύπος των κυμάτων στα βράχια, μαζί με τον θόρυβο απ’ το αργό

και μακρύ σύρσιμο-σαν βαθιά ανάσα- της θάλασσας, πάνω στα βότσαλα και την

αμμουδιά προς τα μέσα, για να γίνει κύμα ξανά, με νανούριζαν χρόνια...

Σ’ εκείνη τη γειτονιά μεγάλωσα: στον δρόμο με τ’ αλμύρια: στη Ψαροπούλα....

Μεσ’ τα στενά του Νιοχωριού και στο βουναλάκι έπαιξα “κλέφτες κι αστυνόμους”.

Εκεί κοντά στον μικρό ξυλόφουρνο του Πολυχρόνη του μουστάκα, με το αξέχαστο

τρανταχτό γέλιο, σκονιζόμουνα σαν έπαιζα σβούρες, τάλια και “φιδάκι”: κοντά στα

μικρά μπακάλικα του Παναγιώτη του Χατζηκοσμά του Αταλιώτη, του Λάινα και του

Nισηρίου, πάνω απ’ το “Αμέρικαν Μπαρ” της Ελένης της Ρουμάνας, ανάμεσα στον

“Κάμπο” και τις “Κάτω πέτρες.

O πατέρας μου γεννήθηκε καμπούρης: ήταν όμως ένας καλλίφωνος Ιεροψάλτης κι άριστος θεωρητικός, γιος Παπά κι όλη του η ζωή ήταν η Βυζαντινή Μουσική και τα βιβλία. Ήταν καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής κι οι περισσότεροι Ιεροψάλτες που ψάλλουν ακόμα και σήμερα στη Ρόδο, υπήρξαν μαθητές του.

Του άρεσε πολύ να διδάσκει κι επί Ιταλικής κατοχής, όταν ακόμα ζούσε στη Σύμη όπου γεννήθηκε, δίδασκε στα μικρότερα παιδιά την Ελληνική Γλώσσα.

YouTube - wonderful tonight

YouTube - wonderful tonight

Αύγουστος 2002

Χρειάστηκε να γράψω ένα βιογραφικό…..

Προσπάθησα να το συντάξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα: όμως, μου ήταν δύσκολο να περιγράψω τον εαυτό μου ή τη ζωή μου με δυο λόγια κι επειδή δεν ήξερα τι ακριβώς ενδιέφερε να μάθουν αυτοί που το ζήτησαν, αποφάσισα ν’ αναφέρω μερικά κομμάτια απ’ τα χρόνια που είχα ζήσει μέχρι τότε για να σχηματίσουν τη γνώμη που ήθελαν.

Έτσι ξεκίνησα να γράφω…..

Πως μπορούσε όμως να χωρέσει η ζωή μου σε μερικές αράδες; Γράφοντας, ‘ρχόντουσαν ανακατεμένα στο μυαλό μου, πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα σημαντικά κι ασήμαντα κι ορισμένες στιγμές που στιγμάτισαν τη ζωή μου, που ήταν αδύνατο ν’ αγνοήσω, αφού όλ’ αυτά για μένα, κομμάτι-κομμάτι, είναι όλη μου η ζωή, που κάθε κομμάτι της θα μπορούσα να πω τώρα που έχω διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της, θα μπορούσε να ήταν κάποιος τίτλος από τραγούδια….

Όταν επιτέλους τέλειωσα εκείνο το σύντομο βιογραφικό, ξεκίνησα να γράφω πάλι απ’ την αρχή: θέλησα να γράψω για μένα και τη ζωή μου και δεν ξέρω ποιόν άλλο μπορεί να ενδιαφέρει το πέρασμά μου μεσ’ απ’ τα χρόνια, εκτός απ’ τα παιδιά μου σαν μεγαλώσουν και τα εγγόνια μου

-αν ποτέ αποχτήσω-…. Ίσως αποφάσισα να γράψω ότι θυμάμαι για να περάσω ξανά πάνω απ’ τα χρόνια που έζησα, πριν αυτά περάσουν περισσότερο από μένα…..

Κι είναι πολλά αυτά που θυμάμαι κι υπάρχουν στριμωγμένα στις γωνιές του μυαλού μου και πολλές φορές με πιάνει κάτι σαν νοσταλγία και μελαγχολία μαζί, όταν ανακατεμένα σαν κουβάρι στριφογυρίζουν μέσα μου και θέλω να τα βγάλω όσο πιο προσεχτικά μπορώ και να τα βάλω ένα-ένα στη σειρά….Ίσως είναι, γιατί πολλές φορές νοιώθω πως θα ήθελα -αν γινόταν και μπορούσα-,να κρατήσω αυτά που θέλω

να κρατήσω και για τ’ άλλα να ξεκινούσα τη ζωή μου πάλι απ’ την αρχή…….

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ

"ΜΙΑ ΠΑΡΤΔΑ ΤΑΒΛΙ"
( Σε ασπρόμαυρο φόντο)

Μικρός πρόλογος

" Είπα σε μερικούς τι γράφω: αντέδρασαν αδιάφορα: έδειξα σε ορισμένους τι έγραφα: μου είπαν να συνεχίσω. Ένα δυό, μου είπαν "καλό είναι", αλλά να μη χρησιμοποιώ αποστρόφους, μικρές προτάσεις και πολλά αποσιωπητικά: είπα όχι: ήθελα να γράψω όπως μιλώ. Οι γνώσεις μου στη πλούσια γλώσσα πολύ λίγες: ζήτησαν να μου διορθώσουν τα γραφτά:είπα όχι: ούτ' ένα γράμμα δεν θ' αλλάξει: όπως ένοιωθα, έγραφα....Δεν άλλαξε τίποτα: όλα είναι όπως την αρχή. Δεν καυχήθηκα πως είμαι λογοτέχνης. Δεν διάβαζα: Τώρα θέλω να διαβάσω.΄Ενοιωσα απέραντη χαρά κι απέραντη θλίψη, καθώς διαπερνούσα τα χρόνια με τη σκέψη. Μου πήρε χρόνο:δεν μετάνοιωσα."

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

"περνούσαν οι μέρες......"

...." Περνούσαν οι μέρες κι ο χαμός του πατέρα μου, μ'έκανε να σκέφτομαι να γυρίσω στο νησί όσο πιο γρήγορα μπορούσα: παράλληλα όμως, σκεφτόμουνα ότι χρειαζόμουνα κάποια χρήματ' ακόμα: γυρνώντας στη Ρόδο, ήξερα πως δεν θα' βρισκα αμέσως δουλειά σαν μουσικός- αν και θα προσπαθούσα να το κάνω-
γιατί δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου πάνω σε μια καρέκλα και τη ζωή μου να κυλά μέσα σε 16
τετραγωνικά μέτρα κι ας ήταν σίγουρο το μικρό μεροκάματο. Ήξερα ότι, σύντομα κάποια στιγμή, θα μου 'λειπαν οι φτωχές-σταθερές όμως-χαρές μου, που ήσαν, το άγχος για τη δουλειά μου τη νύχτα, τα νεύρα μου με τους μουσικούς για τα λάθη μας στις πρόβες, το κούρδισμα της κιθάρας μου, τα χειροκροτήματα με τα χρωματιστά φώτα και κυρίως το ρίγος που νοιώθω όταν η φωνή μου πέφτει μ' έναν όμορφο στίχο απαλά και ταιριαστά πάνω στ' ακόρντα....Κι αν κάποιος δεν έχει κοντέψει τα χείλη του σε μικρόφωνο να τραγουδήσει, ίσως, δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει τι εννοώ!...."
Απόσπασμα απ' το βιβλίο μου
"Μιά παρτίδα τάβλι"